Το νησί του Ήφαιστου

Λήμνος

Ταξίδι στη Λήμνο

Μία πεταλούδα με ανοιγμένα φτερά. Στα νερά του Βόρειου Αιγαίου

Η Λήμνος

Το νησί του Ήφαιστου και των Καβείρων

Προϊστορικοί οικισμοί. Αρχαίες πόλεις και ιερά. Μεσαιωνικά κάστρα και ιστορικοί τόποι

Λόφοι και πεδιάδες. Σιτάρι, θυμάρι και μέλι. Αμπέλια και κρασί.

Υγροβιότοποι και αμμοθίνες. Κόλποι, όρμοι και απέραντες παραλίες.
Σύγχρονη ζωή και παραδοσιακά χρώματα.

Περίπατοι στη Λήμνο. Περίπατοι στην Φύση, την Ιστορία και τον Πολιτισμό

Η γεωγραφία μιας «πεταλούδας»

Βλέπεις τη Λήμνο στο χάρτη και λες «δεν μπορεί, πεταλούδα είναι». Έστω και κάπως ακανόνιστη από τη γέννησή της. Το ίδιο λες κι από ψηλά φτάνοντας με το αεροπλάνο.
Πεταλούδα με τα φτερά της ανοιγμένα στα νερά του Βόρειου Αιγαίου. Το αριστερό φτερό τετράπλευρο, το δεξιό καμπυλωτό και μακρόστενο. Καταπληκτικό σχήμα, παράξενο, βγαλμένο από ηφαιστειακή δραστηριότητα πριν από είκοσι εκατομμύρια χρόνια. Ή μήπως από το εργαστήριο που είχε στα σπλάχνα της ο θεός της φωτιάς, ο Ήφαιστος;

Η Λήμνος βρίσκεται στο κέντρο του Βόρειου Αιγαίου. Νότια είναι ο Άγιος Ευστράτιος, νοτιοανατολικά η Λέσβος, ανατολικά οι ακτές της Μικράς Ασίας, βορειοανατολικά η Ίμβρος, πιο πάνω η Σαμοθράκη και βορειοδυτικά η χερσόνησος του Αγίου Όρους.
Είναι ένα από τα μεγαλύτερα νησιά της Ελλάδας, το όγδοο σε έκταση με 476 τετραγωνικά χιλιόμετρα.
Τα δύο «φτερά» της, το σχεδόν τετράπλευρο δυτικό τμήμα και το μακρόστενο ανατολικό τμήμα, ενώνονται με έναν ισθμό που έχει πλάτος μόλις 4 χιλιόμετρα και σχηματίζει δύο μεγάλους πανέμορφους κόλπους. Στον βορρά τον Κόλπο Πουρνιάς και στο νότο τον Κόλπο του Μούδρου, ένα από τα ασφαλέστερα αγκυροβόλια όχι μόνο στο Αιγαίο Πέλαγος, αλλά και στη Μεσόγειο.

Το δυτικό τμήμα έχει μήκος από βορρά προς νότο 22 χιλιόμετρα και το ανατολικό 25 χιλιόμετρα. Στο μέσο το νησί έχει πλάτος 26 χιλιόμετρα.
Το μήκος των ακτών φτάνει σε 258 χιλιόμετρα. Οι ακτές στο ορεινό βορειοδυτικό τμήμα είναι βραχώδεις και απότομες. Σχεδόν παντού αλλού σχηματίζονται πολλά ακρωτήρια, χερσόνησοι και μικροί και μεγάλοι όρμοι με θαυμάσιες παραλίες και μεγάλες αμμουδιές. Κοντά στις ακτές και μέσα στους κόλπους βρίσκονται πολλά νησάκια και βραχονησίδες.

Το αεροδρόμιο του νησιού βρίσκεται στο κεντρικό τμήμα. Είναι ένα από τα μεγαλύτερα στο Αιγαίο Πέλαγος και έχει τον μεγαλύτερο διάδρομο προσγείωσης και απογείωσης από όλα τα ελληνικά αεροδρόμια.Το κεντρικό οδικό δίκτυο βρίσκεται σε πολύ καλή κατάσταση και εξυπηρετεί σε όλο το πλάτος του το νησί. Διακλαδώσεις συνδέουν τα χωριά και βατοί χωματόδρομοι οδηγούν στις λιγότερο προσιτές ακτές, αν και σε κάποιες περιπτώσεις το τζιπ είναι απαραίτητο. Ορισμένες παραλίες αποτελούν αγαπημένους τόπους των κατασκηνωτών, που μπορούν να στήσουν ελεύθερα τη σκηνή τους ή το τροχόσπιτό τους.

Από το 2011, με την τελευταία διοικητική μεταρρύθμιση στην Ελλάδα, η Λήμνος αποτελεί ένα δήμο με 32 οικισμούς. Πρωτεύουσα και λιμάνι είναι η Μύρινα στη δυτική ακτή.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εξέλιξη του πληθυσμού. Το 1940 η Λήμνος έχει 23.842 κατοίκους, το 1951 24.016, το 1961 21.808, το 1971 17.367, το 1981 15.721 και το 1991 17.931. Από τότε μέχρι σήμερα ο πληθυσμός παραμένει γύρω στις 18.000 κατοίκους.
Η μείωση του πληθυσμού μεταπολεμικά οφείλεται στη μεγάλη μετανάστευση της εποχής, που οδηγεί πολλούς Έλληνες, κυρίως από τα νησιά και την Βόρεια Ελλάδα, στο εξωτερικό σε αναζήτηση καλύτερης τύχης. Είναι η τρίτη φορά που η Λήμνος βλέπει ανθρώπους της να μεταναστεύουν.

Την πρώτη φορά, τα παλιότερα χρόνια, κατά τη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου το 1768 - 1774, η αναμέτρηση το 1770 των Ρώσων υπό τον Αλέξιο Ορλώφ και των Τούρκων στη Μύρινα κάνει πολλούς να μεταναστεύσουν στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου προοδεύουν και πλουτίζουν. Τη δεύτερη φορά ακολουθείται το μεταναστευτικό ρεύμα από το 1890 ώς το 1910 στην Αμερική. Και την τρίτη, τα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια, σειρά έχει η Αυστραλία. Όπου κι αν βρίσκονται αυτοί που φεύγουν δεν ξεχνούν τη γενέτειρά τους και την βοηθούν σε κάθε ευκαιρία.

Η Λήμνος είναι ηφαιστειογενής. Γεωλογικοί σχηματισμοί και απολιθώματα δέντρων σε διάφορα σημεία θυμίζουν το μακρινό παρελθόν της γέννησης του Αιγαίου Πελάγους και των νησιών του.

Το μεγαλύτερο μέρος του εδάφους είναι πεδινό και άδεντρο. Οι πεδιάδες εναλλάσσονται με χαμηλά υψώματα, από τα οποία λίγα ξεπερνούν σε ύψος τα 300 μέτρα. Μόνο το βορειοδυτικό τμήμα είναι ορεινό, αλλά και σ' αυτό δεν υπάρχουν υψηλές κορυφές. Το υψηλότερο σημείο είναι η Σκοπιά ή Βίγλα σε ύψος 470 μέτρα.
Δεν υπάρχουν δάση κι αυτό οφείλεται στην υλοτομία τα παλιά χρόνια, αλλά και στους δυνατούς ανέμους του Βόρειου Αιγαίου που φυσούν συχνά στο νησί.
Υπάρχουν, όμως, άλλα οικοσυστήματα, που συνθέτουν ένα εξαιρετικό φυσικό περιβάλλον, ελκυστικό για τον επισκέπτη, αλλά και πολύτιμο για την προστασία της πανίδας και της χλωρίδας. Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αμμοθίνες, κυρίως στην βορειοδυτική ακτή, όπου απλώνονται σε μεγάλη έκταση, ενώ μοναδικά καταφύγια αποτελούν οι υγροβιότοποι του νησιού.

Δεκατρείς υγροβιότοποι, που καλύπτουν το 2,62% του εδάφους, προσφέρουν προστασία σε πολλά είδη πουλιών, που έρχονται εδώ να ξεχειμωνιάσουν ή να σταθμεύσουν στα μεταναστευτικά ταξίδια τους. Οι σημαντικότεροι υγροβιότοποι βρίσκονται στην ανατολική πλευρά. Είναι τρεις λίμνες, η Αλυκή, η Χορταρόλιμνη και η Ασπρόλιμνη.Τον χειμώνα γεμίζουν νερό και το καλοκαίρι ξεραίνονται. Natura2000

Το σύστημα των τριών λιμνών είναι ενταγμένο στο δίκτυο προστασίας NATURA 2000 και προσφέρει καταφύγιο σε χιλιάδες πουλιά. Έχουν καταγραφεί 4.000 είδη, ανάμεσά τους σπάνια και απειλούμενα.
Οι υγροβιότοποι της Λήμνου αποτελούν αγαπημένους τόπους των φίλων των πουλιών και προσελκύουν πολλούς που αγαπούν να τα παρατηρούν (bird watching).
Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει και η χλωρίδα του νησιού, που εμπλουτίζεται από πολλά ενδημικά είδη. Υπάρχουν αστοιβιές, ένα είδος θάμνου με αγκάθια, θυμάρια, άλλα αρωματικά φυτά και πάνω από όλα τα περίφημα κρινάκια της θάλασσας, που μπορούμε να τα θαυμάζουμε, αλλά δεν επιτρέπεται να τα κόβουμε.

Το έδαφος της Λήμνου δίνει από τα παλιά χρόνια και μια «ύλη» με μεγάλη φήμη ως φάρμακο από τα αρχαία χρόνια μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. Είναι η περίφημη Λημνία γη, ένας πηλός που τη μεσαιωνική εποχή ονομάζεται Terra sigilata.

Η Λημνία γη, αφού εξορυσσόταν, καθαριζόταν με ειδική επεξεργασία και αποτελούσε φάρμακο που προστάτευε από τις δηλητηριάσεις. Είναι ευνόητο ότι η ιδιότητά της την έκανε πολύ σημαντικό δώρο για τους αριστροκράτες της Δυτικής Ευρώπης σε εποχές που οι διαμάχες τους λύνονταν με διάφορους επικίνδυνους τρόπους. Η Λημνία γή μετατρεπόταν μάλιστα σε δισκία που σφραγίζονταν.

Οι καλλιέργειες και τα τοπικά προϊόντα

Η γεωργία, η κτηνοτροφία και η αλιεία είναι πάντα βασικές δραστηριότητες στη Λήμνο. Σαν νησιώτες οι κάτοικοί της έχουν, βέβαια, μεγάλη παράδοση και στα ναυτικά επαγγέλματα και το εμπόριο, ενώ η σύγχρονη εξέλιξη έχει οδηγήσει πολλούς στον τομέα του τουρισμού και των υπηρεσιών.

I
Στις πεδιάδες της Λήμνου κυριαρχούν τα σιτηρά και τα αμπέλια, παραδοσιακές καλλιέργειες από τα πολύ παλιά χρόνια. Υπάρχουν και άλλες καλλιέργειες, όπως όσπρια, λαχανικά, σουσάμι και άλλα, που συμβάλλουν στα θαυμάσια εδέσματα της τοπικής κουζίνας.
Τα σιτηρά είναι πάντα στην πρώτη γραμμή. Στην αρχαιότητα, την εποχή που η Λήμνος βρίσκεται υπό την επικυριαρχία των Αθηναίων, είναι ο κύριος τροφοδότης με σιτάρι της Αθήνας. Αργότερα, στα βυζαντινά χρόνια, είναι η βασική πηγή εφοδιασμού της αυλής του Βυζαντίου.
Υπάρχουν ακόμη μύλοι που αλέθουν το σιτάρι και παράγουν θαυμάσιο αλεύρι που, εκτός από ψωμί, γίνεται τραχανάς, πίτες, φλομάρια και άλλες λιχουδιές.

Φημισμένα είναι και τα προϊόντα της τοπικής ζαχαροπλαστικής. Στα γλυκά παίζει σημαντικό ρόλο και το εξαιρετικό μέλι του νησιού. Τα θυμάρια φύονται σχεδόν παντού και η μελισσοκομία έχει τη δική της μακρά παράδοση. Μπορούμε να βρούμε μέλι σε πολλά χωριά απευθείας από τους παραγωγούς.

Melichloro

Kalathaki

Ένα άλλο βασικό προϊόν για την οικονομική ζωή, αλλά και βασικό είδος διατροφής, είναι το τυρί. Στους βοσκότοπους του νησιού βρίσκουν ελεύθερα την τροφή τους κατσίκια και αρνιά δίνοντας εκτός από νόστιμα κρέατα και υψηλής ποιότητας γαλακτοκομικά προϊόντα.
Τα πιο γνωστά τυρία της Λήμνου είναι το «λευκό καλαθάκι», που ονομάζεται έτσι επειδή το γάλα πήζει σε καλαθάκια φτιαγμένα από βούρλα και το μελίχλωρο που παρασκευάζεται από πρόβειο γάλα όπου μετά την στράγγιση και μορφοποίησή του, παραμένει σε σκιερούς χωρίς υγρασία χώρους με συνέπεια την αφυδάτωσή του. Παράγονται και άλλα τυριά, φρέσκα ή σκληρά, που χρησιμοποιούνται ανάλογα σε πίτες ή στα ζυμαρικά.

Μεγάλο μέρος της τοπικής κουζίνας καλύπτεται από την αλιευτική παραγωγή. Η Λήμνος έχει γύρω της και στους όρμους της πολλούς ψαρότοπους και τα ψάρια και τα θαλασσινά αποτελούν την βάση για διάφορα πιάτα στις ψαροταβέρνες του νησιού, αν κάποιος δεν αρκείται στο φρέσκο ψάρι ψημένο στα κάρβουνα.

Τα αμπέλια και τα κρασιά της Λήμνου

Από τότε που ο μύθος μπλέκεται με την ιστορία και ο θεός Διόνυσος χαρίζει τη γνώση της αμπελοκαλλιέργειας από νησί σε νησί του Αιγαίου, η Λήμνος φημίζεται για το κρασί της.
Η αμπελοκαλλιέργεια έρχεται στη Λήμνο με τον πρώτο βασιλιά της, τον Θόαντα, γιο του Διόνυσου και της Αριάδνης. Την εποχή που οι Αχαιοί πολιορκούν την Τροία ο βασιλιάς της Λήμνου Εύνηος τους προμηθεύει με κρασί του νησιού του κι αυτοί του δίνουν σε αντάλλαγμα χαλκό από τα κέντρα της Μικράς Ασίας, όπως αφηγείται ο Όμηρος. Η Ηφαιστία, η μεγάλη αρχαία πόλη της Λήμνου, απαθανατίζει σε νομίσματά της τον Διόνυσο ή ένα τσαμπί σταφυλιού. Η «Λημνία άμπελος» είναι τόσο φημισμένη, ώστε αναφέρεται από τον Αριστοφάνη στην κωμωδία του «Ειρήνη».

Μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα στη Λήμνο καλλιεργούνται ποικιλίες από μαύρα σταφύλια. Η πιο παλιά ποικιλία του νησιού είναι το «καλαμπάκι», που σταδιακά διαδίδεται και αλλού και στη Χαλκιδική αποκτά την ονομασία προέλευσης «Λημνιό». Από το 1910 φτάνει στη Λήμνο η ποικιλία «μοσχάτο Αλεξανδρείας», που σιγά σιγά κυριαρχεί δίνοντας κρασιά που αποκτούν όλο και μεγαλύτερη φήμη, ιδιαίτερα τα γλυκά και ημίγλυκα. Τα σταφύλια αποκτούν υψηλούς αλκοολικούς βαθμούς χάρις στις εδαφικές και κλιματικές συνθήκες.
Τα κρασιά της Λήμνου συνθέτουν σήμερα μεγάλη γκάμα. Παράγονται θαυμάσια λευκά κρασιά Ονομασίας Προέλευσης Ανώτερης Ποιότητας (ΟΠΑΠ) και Ονομασίας Προέλευσης Ελεγχόμενης (ΟΠΕ) - ξηρά, ημίξηρα και ημίγλυκα, γλυκά και φυσικά γλυκά. Όλο και περισσότερα προέρχονται από βιολογικές καλλιέργειες.
Ξεχωριστή φήμη έχουν στις μέρες μας από τα ξηρά κρασιά το «Άρωμα Λήμνου», το «Λημνία Γη», το «Λημνία Άμπελος» και άλλα και από τα γλυκά τα περίφημα «Muscat de Lemnos» και «Ηφαίστου Γνώση».
Παράγονται, επίσης, κόκκινα και ροζέ ξηρά, καθώς τα τελευταία χρόνια αξιοποιούνται και οι παλιές ερυθρές ποικιλίες της Λήμνου, ενώ υπάρχει πλέον και παραγωγή πολύ καλής ρετσίνας.

Μεγάλη παράδοση έχει η παραγωγή ούζου και τσίπουρου. Το ούζο της Λήμνου έχει από χρόνια μεγάλη φήμη. Το τσίπουρο κερδίζει συνεχώς νέους φίλους. Εκτός από την παραδοσιακή σπιτική παραγωγή προσφέρεται πλέον και τυποποιημένο στην αγορά.
Στη Μύρινα διαθέτει τα κρασιά της η Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Λήμνου, ενώ τα πιο γνωστά οινοποιεία βρίσκονται στους οικισμούς Καρπάσι, Πεδινό, Κάσπακας, Ατσική, Καμίνια και Άγιος Δημήτριος.

Στα νησιά του Βόρειου και Βορειοανατολικού Αιγαίου αναπτύσσονται σπουδαίοι πολιτισμοί από τα προϊστορικά χρόνια, αν και συνήθως το βλέμμα μας στρέφεται στα νότια της Ελλάδας, στις Κυκλάδες, την Κρήτη και αργότερα τον μυκηναϊκό κόσμο. Άλλωστε, η τέχνη της μεταλλουργίας έρχεται στον ελληνικό χώρο από τη Μικρά Ασία και τον Εύξεινο Πόντο περνώντας από το Βόρειο Αιγαίο.

Στη Λήμνο υπάρχει ένας από τους παλαιότερους γνωστούς οικισμούς στο Αιγαίο Πέλαγος και την Ελληνική Χερσόνησο. Είναι η Πολιόχνη, χτισμένη στην ανατολική ακτή του νησιού, σήμερα κοντά στο χωριό Καμίνια.
Η προϊστορική Πολιόχνη αποκαλύπτεται το 1930 από την Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών. Οι ανασκαφικές έρευνες από το 1931 μέχρι το 1956 φέρνουν στο φως έναν οικισμό που έχει δημιουργηθεί την 4η χιλιετία π.Χ. και ακμάζει την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού.

Image

Τα ευρήματα δείχνουν ότι περνάει από διαδοχικές οικιστικές και πολιτιστικές φάσεις όλη την 3η χιλιετία π.Χ. και μετά το 2000 π.Χ. παρακμάζει. Οι αρχαιολόγοι έχουν προσδιορίσει επτά αρχιτεκτονικές περιόδους δίνοντας σε καθεμία το όνομα από ένα χρώμα - Μαύρη, Κυανή, Πράσινη, Κόκκινη, Κίτρινη, Φαιά και Ιώδης.
Η Πολιόχνη βρίσκεται απέναντι από την Τροία, που χτίζεται χίλια χρόνια αργότερα. Φαίνεται ότι οι δύο γειτονικοί Πολιτισμοί δημιουργούν ιδιαίτερες σχέσεις και ακολουθούν παράλληλη εξέλιξη.

Ο οικισμός περιβάλλεται από τείχος. Έχουν αποκαλυφθεί σπίτια, αλλά και πλατείες, δρόμοι, αγωγοί για τα νερά της βροχής και πηγάδια με χτιστή επένδυση σε βάθος πάνω από εννέα μέτρα. Αυτά τα έργα απαιτούν κοινή προσπάθεια, που προϋποθέτει κάποια οργάνωση και αποφάσεις του κοινωνικού συνόλου. Προφανώς γι' αυτό στην Πολιόχνη έχει κατασκευαστεί το περίφημο «Βουλευτήριο».

Image

Το Βουλευτήριο είναι ένας χώρος με πέτρινα έδρανα κατά μήκος και με ένα βήμα στο κέντρο του προορισμένο κατά τους αρχαιολόγους για τους ομιλητές. Θεωρείται ο αρχαιότερος χώρος που δείχνει τη δημοκρατική οργάνωση μιας κοινωνίας.
Ο καθηγητής Σάντο Τίνε (Santo Tine), διευθυντής των ανασκαφών στην Πολιόχνη, έχει γράψει ότι «ο χώρος ονομάστηκε αμέσως βουλευτήριο παίρνοντας ως παράδειγμα τα κτίρια της κλασικής εποχής, που είχαν και αυτά βαθμίδες, στις οποίες σε αντίθεση με τα θέατρα και τα αμφιθέατρα μπορούσε να πάρει θέση περιορισμένος αριθμός ατόμων: οι αντιπρόσωποι της κοινότητας των πολιτών.»

Στην Πολιόχνη έχει ανακαλυφθεί, επίσης, ένας θησαυρός από χρυσά κοσμήματα, που αποδεικνύει τον πλούτο της και μπορούμε να τον θαυμάσουμε σήμερα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας. Έχει μεγάλες ομοιότητες με τον Θησαυρό του Πριάμου, που ανακάλυψε ο Σλήμαν στην Τροία, και πιθανότατα προέρχεται από το ίδιο εργαστήριο.
Το 2100 π.Χ., στο τέλος της Κίτρινης Περιόδου, ο οικισμός καταστρέφεται από φυσικά αίτια, το πιθανότερο από σεισμό. Τα ευρήματα των δύο τελευταίων περιόδων είναι πολύ λίγα και δείχνουν ότι η εγκατάσταση έχει περιοριστεί σημαντικά.

Ο δεύτερος σπουδαίος προϊστορικός οικισμός, που έχει έρθει στο φως στη Λήμνο, βρίσκεται στη δυτική ακτή σχεδόν στην ίδια ευθεία με την Πολιόχνη, που βρίσκεται στην ανατολική ακτή. Είναι η προϊστορική Μύρινα.
Σύμφωνα με τα ευρήματα οι πρώτοι κάτοικοι εγκαθίστανται στο τέλος της 4ης χιλιετίας π.Χ. σε μια μικρή χερσόνησο. Σταδιακά ο οικισμός απλώνεται βόρεια προς την περιοχή που ονομάζεται σήμερα Ρηχά Νερά, όπου εντοπίζεται το επίκεντρό του.

Myrina

Η αρχαιολογική σκαπάνη έχει αποκαλύψει μόνο ένα μέρος του οικισμού, αλλά και αυτό που βλέπουμε σήμερα εντυπωσιάζει από την πρώτη στιγμή, καθώς μάλιστα εκτείνεται μέσα στα όρια της σημερινής πρωτεύουσας του νησιού. Υπολογίζεται ότι την εποχή της ακμής του ο οικισμός απλώνεται σε έκταση 80 στρεμμάτων από την ακτή μέχρι τη συνοικία των νεώτερων χρόνων Ανδρόνι.
Τα σπίτια, το ένα μετά το άλλο, έχουν δύο ή τρία δωμάτια και σκεπές από φύκια, λάσπη και ξύλα. Μερικά μεγαλύτερα χτίσματα διαθέτουν λιθόστρωτη αυλή με πηγάδι, αποθηκευτικούς χώρους με πέτρινους πάγκους και ανεξάρτητο μαγειρείο. Οι έρευνες έχουν αποκαλύψει οκτώ κτίρια και ένα εργαστήριο κεραμεικής.

Τα ευρήματα δείχνουν ότι οι κάτοικοι ασχολούνται με τη γεωργία, την κτηνοτροφία, την αλιεία και το κυνήγι. Καθώς, όμως, εξελίσσεται η Εποχή του Χαλκού, έρχεται, όπως παντού, η εξειδίκευση και εμφανίζονται τεχνίτες που αξιοποιούν τα μέταλλα, τον πηλό, το ξύλο και την πέτρα. Παράλληλα, αναπτύσσονται οι εμπορικές ανταλλαγές.

Museum

Στο εσωτερικό των σπιτιών έχουν βρεθεί πιθάρια για την αποθήκευση καρπών, τριποδικές χύτρες μαγειρέματος, πέτρινα γουδιά και τριβεία για άλεσμα και οστέινα, λίθινα και χάλκινα εργαλεία. Έχουν βρεθεί, επίσης, αγγεία, ειδώλια, κυλινδρικές σφραγίδες, μήτρες για κατασκευή χάλκινων εργαλείων, πήλινα παιχνίδια, όπως σβούρες, και λίγα ασημένια και χάλκινα νομίσματα.

Όλα αυτά αποτελούν ένα μέρος από όσα κρύβονται κάτω από τη σημερινή Μύρινα, χτισμένη στον ίδιο χώρο, όπου έχουν αφήσει τα ίχνη τους στο χρόνο η προϊστορική Μύρινα και μετά από αυτήν η αρχαία Μύρινα.

Ένας άλλος προϊστορικός οικισμός της Λήμνου βρίσκεται κοντά στο μυχό του Κόλπου του Μούδρου σε ένα μικροσκοπικό νησάκι, το Κουκονήσι.
Το Κουκονήσι, το Νησάκι όπως το λένε οι ντόπιοι, είναι λίγο πιο πάνω από τον οικισμό του Μούδρου. Έχει έκταση 400 στρέμματα και υψόμετρο 10 μέτρα. Χωρίζεται από την απέναντι ανατολική ακτή του κόλπου με ένα αβαθές θαλάσσιο στενό με πλάτος 400 μέτρα, που συχνά ξεραίνεται και γίνεται λασπώδες. Το νησάκι χρησιμοποιείται για αγροτικές εργασίες και γι' αυτό από παλιά συνδέεται με την ακτή με έναν υπερυψωμένο λιθόστρωτο δρόμο.

Koukonisi

Δυο γεφύρια αφήνουν το νερό της θάλασσας να περνάει από τη μια και την άλλη πλευρά.
Η χαμηλή κορυφή του νησιού ονομάζεται Κούκονος. Ένας τοπικός θρύλος λέει ότι στο Κουκονήσι κατοικούσαν οι Κούκονες, πελώριοι και άγριοι, που δεν είχαν σχέσεις με τους άλλους κατοίκους της Λήμνου. Κάποια στιγμή κλείστηκαν στα σπίτια τους και δεν ξαναβγήκαν με αποτέλεσμα να εξαφανιστούν. Ίσως η πηγή του θρύλου να βρίσκεται σε ένα λαό της Θράκης, τους Κίκονες. Κατά τον Όμηρο ήταν σύμμαχοι της Τροίας και κατά τον Ηρόδοτο οι πρώτοι αμπελουργοί της Θράκης. Είναι γνωστό ότι φύλα της Θράκης είχαν εγκατασταθεί τα παλιά χρόνια στη Λήμνο.

Συχνά στο Κουκονήσι οι αγρότες οργώνοντας τη γη εύρισκαν πέτρες από χτίσματα. Βρίσκονταν, επίσης, όστρακα με αρχαιολογικό ενδιαφέρον. Το 1986 - 1987 μια ομάδα μαθητών από το Γυμνάσιο του Μούδρου μαζεύει πολλά τέτοια όστρακα και τα πηγαίνει στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Λήμνου. Τον Οκτώβριο του 1992 ο Λημνιός αρχαιολόγος Χρήστος Μπουλιώτης αρχίζει να κάνει ανασκαφές και οι κόποι του ανταμείβονται, καθώς έρχεται στο φως ένα σπουδαίος προϊστορικός οικισμός.

Koukonisi

Τα ευρήματα εντοπίζονται κυρίως στον Κούκονο, την υψηλότερη περιοχή. Από τη μια και την άλλη πλευρά ενός στενού δρόμου είναι χτισμένα ορθογώνια σπίτια. Έχουν διαπιστωθεί διαδοχικές οικιστικές περίοδοι. Κάποιες ενδείξεις για την ύπαρξη οχυρωματικού τείχους και αποχετευτικού συστήματος επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι υπάρχει κοινωνική οργάνωση.

Οι κάτοικοι ασχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, αλλά και με την αγγειοπλαστική, την κατεργασία χαλκού και άλλες δραστηριότητες. Επίσης, έχουν επαφές με άλλες περιοχές, όπως δείχνουν ευρήματα οψιανού από τη Μήλο και αγγεία από τη μινωική Κρήτη και την ηπειρωτική Ελλάδα. Αγγεία από τη Θεσσαλία δείχνουν ότι υπάρχουν επαφές με τους Μινύες, που φαίνεται ότι αργότερα έχουν ισχυρή παρουσία στη Λήμνο.

Το Κουκονήσι κατοικείται καθ' όλη τη διάρκεια της Εποχής του Χαλκού και ακμάζει τη Μέση Εποχή, όταν παρακμάζει η Πολιόχνη. Ορισμένα ευρήματα, όπως πήλινα ειδώλια, μαρτυρούν τη μυκηναϊκή παρουσία. Είναι γνωστό ότι κατά την ακμή του Μυκηναϊκού Πολιτισμού μετά το 1600 π.Χ., οι Αχαιοί ιδρύουν εμπορικούς σταθμούς σε νησιά του Αιγαίου εδραιώνοντας τη θαλασσοκρατορία τους. Στη Λήμνο επιλέγουν την Πολιόχνη και την Ηφαιστία, αλλά φαίνεται ότι προτιμούν το Κουκονήσι για ασφαλέστερη εγκατάσταση. Χτίσματα της Ύστερης Εποχής του Χαλκού έχουν μυκηναϊκά χαρακτηριστικά. Είναι η εποχή που έρχεται το τέλος του οικισμού. Ένας σεισμός φέρνει την καταστροφή.

Εκτός από την Πολιόχνη, τη Μύρινα και το Κουκονήσι προϊστορικές εγκαταστάσεις έχουν εντοπιστεί και σε άλλες περιοχές της Λήμνου. Κατάλοιπα οικισμών και άλλα ευρήματα από την Εποχή του Χαλκού βρίσκονται στο Βρυόκαστο και την Τροχαλιά κοντά στον οικισμό Κοντιάς, στον οικισμό Αγκαριώνες, στον Αλεξόπυργο κοντά στον οικισμό Καλλιθέα, στον Προγόμυλο ανάμεσα στους οικισμούς Ατσική και Δάφνη, στο Μικρό Καστέλλι στην βόρεια ακτή, στις Καθαρές απέναντι από το Κουκονήσι, στην Κώμη κοντά στη Χορταρόλιμνη και στην Αξιά στην βορειοανατολική άκρη της Λήμνου. Επίσης, στη μεγάλη αρχαία πόλη Ηφαιστία.

Εξαιρετικά σημαντική είναι η ανακάλυψη του Τμήματος Αρχαιολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στην τοποθεσία Λουρί στη νοτιοανατολική άκρη της Λήμνου. Το 2009 έχει εντοπίσει ίχνη εγκατάστασης που χρονολογούνται από το 12000 π.Χ.

Αρκετά ευρήματα αποδεικνύουν την παρουσία στη Λήμνο της μινωικής Κρήτης και των Μυκηνών από τη Μέση Εποχή του Χαλκού και μετά. Οι ισχυροί της Νότιας Ελλάδας αναζητούν τους παλιούς δρόμους του χαλκού στον Εύξεινο Πόντο - τη Μαύρη Θάλασσα - και τη μυθική Κολχίδα και η Λήμνος, όπως παλιότερα με την Πολιόχνη, γίνεται σημαντικός σταθμός σ' αυτά τα μακρινά ταξίδια.
Ως συνήθως, εκείνα τα παλιά χρόνια, τον πρώτο λόγο έχει η μυθολογία, που καλείται να εξηγήσει προηγούμενα γεγονότα ή να δικαιολογήσει διάφορες πράξεις. Αυτό συμβαίνει όταν οι Μυκηναίοι έρχονται να εγκατασταθούν στη Λήμνο. Δημιουργούνται πολλοί και διάφοροι μύθοι, που, όπως όλοι οι μύθοι, έχουν τη γοητεία τους.

Hephaestus Η Λήμνος είναι το νησί του Ήφαιστου. Σ' αυτόν οφείλεται κατά το μύθο η ανάπτυξη της μεταλλοτεχνίας στο νησί.
Ο Ήφαιστος, ο θεός της φωτιάς και της μεταλλουργίας, είναι γιος του Δία και της Ήρας, αν και ο Ησίοδος θεωρεί ότι είναι παιδί μόνο της Ήρας χωρίς μεσολάβηση. Γεννιέται τόσο άσχημος και παραμορφωμένος, ώστε η ίδια η μητέρα του τον πετάει από τον Όλυμπο. Πέφτει στη θάλασσα και τον σώζουν η Θέτις και η Ευρυνόμη, που τον αναθρέφουν εννέα χρόνια. Γι' αυτές τις δύο θεότητες φτιάχνει τα πρώτα του κοσμήματα όταν δημιουργεί το πρώτο εργαστήριό του στον βυθό του Αιγαίου.
Η Ήρα ζηλεύει βλέποντας τα κοσμήματα της Θέτιδας και, όταν αυτή της λέει ότι τα έχει φτιάξει ο γιος της, τον ξαναπαίρνει στον Όλυμπο, του ετοιμάζει ένα εργαστήριο με είκοσι φυσερά και του δίνει σύζυγο την Αφροδίτη. Ως συνήθως, υπάρχει και άλλη εκδοχή. Ο Ήφαιστος στέλνει δώρο στη μητέρα του έναν εξαίσιο θρόνο, αλλά μόλις η Ήρα κάθεται, παγιδεύεται από αόρατα δεσμά και αναγκάζεται να ζητήσει την βοήθειά του.
Έτσι ή αλλιώς ο Ήφαιστος ξαναγυρίζει στον Όλυμπο, αλλά κάποια στιγμή ο Δίας θυμώνει και τον ξαναπετάει. Αυτή την φορά πέφτει στη Λήμνο, όπου τον βρίσκουν με σπασμένα τα πόδια οι Σιντίες, οι πρώτοι κάτοικοί της. Τον περιθάλπουν, τον φιλοξενούν και η Λήμνος γίνεται ο αγαπημένος του τόπος. Ανάπηρος πλέον φτιάχνει μόνιμα το εργαστήριό του στο ηφαίστειο Μόσχυλος και ανταμείβει τους κατοίκους του νησιού μαθαίνοντάς τους την τέχνη της κατεργασίας των μετάλλων.
Φυσιολογικά ο θεός της φωτιάς δίνει το όνομά του στα ηφαίστεια, ενώ οι Μυκηναίοι για να τον τιμήσουν ονομάζουν Ηφαιστεία την πόλη που ιδρύουν στο νησί.

Kabeiroi Ο Ήφαιστος αποκτά με τη νύμφη Καβειρώ τρεις γιούς, τους Κάβειρους, στους οποίους μεταβιβάζει τη γνώση της τέχνης του. Οι Κάβειροι είναι θεότητες της φωτιάς, αλλά και της θάλασσας, της γης και της γονιμότητας. Λέγονται και Μεγάλοι Θεοί. Σε ορισμένες περιπτώσεις σχετίζονται με τον Δία, την Αθηνά και τη Δήμητρα, αλλά η παράδοση λέει ότι είναι παιδιά του Ήφαιστου. Κατ' άλλους είναι τρεις, κατ' άλλους τέσσερις, και ονομάζονται Αξιόκερσος, Αξίερος, Αξιόκερσα και Καδμίλος ή Κάδμιλος ή Κασμίλος. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, ο Ήφαιστος αποκτά με την Καβειρώ τον Καδμίλο και αυτός τρεις γιους, τους Κάβειρους.

Η λατρεία τους θεωρείται ότι προέρχεται από προελληνική ή πελασγική θρησκεία και είναι μυστηριακή, προϋποθέτει, δηλαδή, μύηση, πιθανότατα επειδή έχει αρχίσει από κάποια κλειστή συντεχνία μεταλλουργών. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι Κάβειροι αναπαριστώνται με το σφυρί και τη λαβίδα του μεταλλουργού και η μορφή τους, άλλοτε γήινη και άλλοτε εξωτική, απεικονίζεται σε διάφορα καλλιτεχνήματα. Στα Καβείρια μυστήρια δεν λείπει ποτέ η Δήμητρα και οι Κάβειροι δεν προσφωνούνται με τα ονόματά τους, αλλά ως θεοί μεγάλοι και ισχυροί.

Στη Λήμνο το ιερό που ιδρύεται για τη λατρεία τους, το Καβείριο, βρίσκεται απέναντι από την Ηφαιστία, στην βόρεια ακτή του βορειοανατολικού τμήματος του νησιού. Κάθε χρόνο τελούνται τα Καβείρια μυστήρια, γιορτή που διαρκεί εννέα ημέρες και θεωρείται ότι έχει σχέση με την αναγέννηση της Φύσης και τη γονιμότητα της γης.Εκτός από τη Λήμνο κύρια εστία της λατρείας των Κάβειρων είναι η Σαμοθράκη. Καβείρια μυστήρια τελούνται, επίσης, στην Ίμβρο, τη Θάσο και τις θρακικές και μακεδονικές ακτές. Μυημένοι είναι οι περισσότεροι ήρωες του Τρωικού Πολέμου. Αργότερα ιερά των Κάβειρων βρίσκονται και στην κυρίως Ελλάδα, όπως στην Βοιωτία, ενώ μυημένα στα Καβείρια μυστήρια είναι τα μέλη των βασιλικών οικογενειών της Μακεδονίας. Από τους γνωστότερους μύστες θεωρείται η Ολυμπία, η μητέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Όπως η εισαγωγή της μεταλλουργίας στη Λήμνο είναι συνδεδεμένη με τη μυθολογία, έτσι και η εισαγωγή της αμπελουργίας. Η μεταλλουργία συνδέεται με τον θεό της φωτιάς Ήφαιστο, η αμπελουργία με τον θεό του κρασιού Διόνυσο. Έστω και έμμεσα στην περίπτωσή του.
Ο μύθος λέει ότι ο βασιλιάς της Κρήτης Μίνωας στέλνει τον ηγεμόνα της Κνωσού Ραδάμανθυ να κυριεύσει τα νησιά του Αιγαίου. Μετά τις Κυκλάδες οι Κρήτες φτάνουν στο Βόρειο Αιγαίο και ο Ραδάμανθυς κάνει δώρο τη Λήμνο σε ένα στρατηγό του, τον Θόαντα. Ο Θόαντας είναι γιος του Διόνυσου και της Αριάδνης και μαθαίνει στους κατοίκους της Λήμνου την καλλιέργεια του αμπελιού.

Οι μύθοι, όμως, έχουν διάφορες παραλλαγές και μια άλλη εκδοχή λέει ότι ο Θόαντας είναι γιος του Θησέα και της Αριάδνης. Λέγεται, επίσης, ότι έχει γεννηθεί στη Λήμνο. Σε κάθε περίπτωση γίνεται βασιλιάς της και παντρεύεται τη Μύρινα, κόρη του βασιλιά της Ιωλκού Κρηθέα, που δίνει το όνομά της στην πόλη του νησιού στη δυτική ακτή. Ο Θόαντας και η Μύρινα αποκτούν μια κόρη, την Υψιπύλη.

Κατά την βασιλεία του Θόαντα οι γυναίκες της Λήμνου παραμελούν τη λατρεία της Αφροδίτης και η θεά του έρωτα τους επιβάλλει την τιμωρία να μυρίζουν άσχημα. Αποτέλεσμα, οι άνδρες τους να τις αντικαταστήσουν με γυναίκες από τη Θράκη.
Οι γυναίκες της Λήμνου, όμως, παίρνουν την εκδίκησή τους. Μια βραδιά εξοντώνουν όλους τους άνδρες, κατά την παράδοση στο ακρωτήριο Πέτασος βόρεια από τη Μύρινα. Μόνον ο Θόαντας γλιτώνει από τη σφαγή. Τον σώζει η κόρη του Υψιπύλη. Τον κρύβει μεταμφιεσμένο στο ναό του Διόνυσου και την άλλη μέρα τον πηγαίνει μέχρι τη θάλασσα μεταμφιεσμένο σε Διόνυσο πάνω στο τελετουργικό άρμα του θεού παριστάνοντας ότι θέλει να καθαρίσει το ξόανό του από την αιματοχυσία της προηγούμενης νύχτας. Ο Θόαντας φεύγει με μία βάρκα και φτάνει στη Σίκινο, ή, κατά άλλη εκδοχή στη Χίο ή την Ταυρίδα.

Η Υψιπύλη γίνεται βασίλισσα της Λήμνου, αλλά το πρόβλημα της έλλειψης ανδρών παραμένει μέχρι που εμφανίζονται οι Αργοναύτες, που σταματούν στη Λήμνο πηγαίνοντας στην Κολχίδα. Τους επιτρέπεται να αποβιβαστούν με τον όρο ότι θα ικανοποιήσουν όλες τις στερημένες γυναίκες ανεξάρτητα από ηλικία και εμφάνιση.
Οι Αργοναύτες αφήνουν πολλούς απογόνους και δημιουργείται νέα γενιά κατοίκων. Η Υφιπύλη και ο Ιάσονας αποκούν δύο γιους, τον Εύνηο και τον Θόαντα. Ο Εύνηος θα είναι βασιλιάς της Λήμνου την εποχή του Τρωικού Πολέμου και θα προμηθεύει με κρασί τους Αχαιούς κατά την πολιορκία της Τροίας.

Με την επιμονή του Ηρακλή οι Αργοναύτες συνεχίζουν το ταξίδι τους, αλλά κάνουν πάλι στάση στη Λήμνο επιστρέφοντας. Κάποια στιγμή, όμως, αποκαλύπτεται ότι η Υψιπύλη έχει σώσει τον πατέρα της. Διώχνεται από το θρόνο και πωλείται σε πειρατές, που με τη σειρά τους την πωλούν στον βασιλιά της Νεμέας Λυκούργο. Η Υψιπύλη γίνεται τροφός του γιου του και σώζεται αργότερα από τους επτά στρατηγούς του Άργους. Η μυθική περιπέτειά της θα εμπνεύσει τον Ευρυπίδη, που θα γράψει το ομώνυμο δράμα, από το οποίο ένα μέρος θα ανακαλυφθεί σε πάπυρο.

Οι Πελασγοί

Πρώτοι κάτοικοι της Λήμνου είναι κατά τον Όμηρο οι Σιντίες, που κατάγονται από τη Θράκη. Μετά έρχονται οι Κάρες. Ύστερα οι Μινωίτες της Κρήτης. Κατόπιν οι Μυκηναίοι. Μετά το 1300 π.Χ. κυριαρχούν οι Μινύες από τη Θεσσαλία.

Οι Πελασγοί έρχονται στο Βόρειο Αιγαίο από την Αττική, όπου ζουν ώς τότε. Είναι οι πρώτοι που έχουν εγκατασταθεί εκεί το 6000 π.Χ. Οι Αθηναίοι τους υποχρεώνουν να φύγουν κι αυτοί εγκαθίστανται στη Λήμνο, τη Σαμοθράκη και την Ίμβρο. Ο Ηρόδοτος τους ονομάζει Τυρηννούς, θεωρώντας ότι έχουν κοινή καταγωγή με τους Ετρούσκους από τη Λυδία της Μικράς Ασίας. Έτσι κι αλλιώς είναι επηρεασμένοι σε μεγάλο βαθμό από τους Έλληνες, ιδιαίτερα στη θρησκεία και την τέχνη.

Έδρα των Πελασγών στη Λήμνο είναι η Ηφαιστία. Στη Μύρινα χτίζουν τείχος, από το οποίο ένα τμήμα διακρίνεται σήμερα στο κάστρο της πόλης. Είναι πολύ καλοί μεταλλουργοί, αλλά και ναυτικοί και έμποροι. Γράφουν με ελληνικούς χαρακτήρες σε αιολική μορφή, όπως προκύπτει από την περίφημη «Στήλη των Καμινίων», που έχει βρεθεί στον οικισμό Καμίνια κοντά στην Πολιόχνη, αλλά και από θραύσματα επιγραφών που έχουν βρεθεί στην Ηφαιστία και είναι τα μοναδικά γραπτά μνημεία των Πελασγών. Κατά την άποψη ορισμένων ερευνητών στις επιγραφές υπάρχουν λέξεις με ρίζες της ελληνικής γλώσσας, αλλά κατά την επικρατέστερη άποψη η γλώσσα τους έχει μεγάλη συγγένεια με την ετρουσκική.

Η Ηφαιστία είναι χτισμένη σε μια χερσόνησο στην βόρεια ακτή, στην ανατολική πλευρά του Κόλπου Πουρνιάς, και από τη μια και την άλλη πλευρά της σχηματίζονται δύο όρμοι που την κάνουν σημαντικό λιμάνι.
Η πόλη έχει έρθει στο φως με τις ανασκαφές της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών από το 1926 ώς το 1983. Έχουν ανακαλυφθεί, μεταξύ άλλων, ιερό αφιερωμένο στη Μεγάλη Θεά Λήμνο και θέατρο των ελληνιστικών χρόνων. Η περιοχή κατοικείται συνεχώς από την Εποχή του Χαλκού μέχρι την Βυζαντινή Εποχή.

Ο Ηρόδοτος αφηγείται ότι οι Πελασγοί θέλοντας να εκδικηθούν τους Αθηναίους κάνουν επιδρομή στην Βραυρώνα, όταν γίνεται γιορτή για τη θεά Άρτεμη, αρπάζουν τις Αθηναίες παρθένες και τις φέρνουν στη Λήμνο. Αλλά τα παιδιά που κάνουν μαζί τους οι Αθηναίες τα μεγαλώνουν με τις αθηναϊκές παραδόσεις και οι Πελασγοί φοβισμένοι εξοντώνουν και αυτά και τις μητέρες τους.
Η αποτρόπαιη αυτή πράξη, από την οποία προέρχεται η γνωστή έκφραση «Λήμνια κακά», φέρνει μεγάλες συμφορές. Οι γυναίκες παύουν να κάνουν παιδιά, η γη να καρπίζει, τα ζώα να γεννούν. Οι Πελασγοί καταφεύγουν στο Μαντείο των Δελφών και παίρνουν τον χρησμό ότι πρέπει να κάνουν ό,τι τους ζητήσουν οι Αθηναίοι. Κι αυτοί, φυσικά, ζητούν το νησί.
Οι Πελασγοί λένε στους Αθηναίους ότι θα τους το δώσουν, αν πλεύσουν μέσα στην ίδια μέρα από αθηναϊκό έδαφος στη Λήμνο ταξιδεύοντας με βόρειο άνεμο. Θα συμβεί, αλλά θα χρειαστεί να περάσουν κάποια χρόνια.

Η εποχή των Αθηναίων

Το 511 π.Χ. εμφανίζονται στη Λήμνο οι Πέρσες. Νικούν τους Πελασγούς, λεηλατούν το νησί και επιβάλλουν τον τύραννο Λυκάρετο. Αλλά το 499 π.Χ. έρχεται η ώρα να επαληθευτεί ο χρησμός του Μαντείου των Δελφών.
Ο Αθηναίος Μιλτιάδης ξεκινάει από την αθηναϊκή αποικία Ελικούντα στη Θράκη, πλέει με βόρειο άνεμο, που είναι γι' αυτόν ούριος, και φτάνοντας την ίδια μέρα στη Λήμνο απαιτεί την παράδοσή της σύμφωνα με τον χρησμό. Στην Ηφαιστία διοικεί ο τύραννος Ερμών. Παραδίδει την πόλη, αλλά η Μύρινα υποκύπτει μετά από πολιορκία.

Αρχαιολογικά ευρήματα στη Μύρινα επιβεβαιώνουν ότι οι Αθηναίοι βρίσκονται εδώ στο τέλος της Αρχαϊκής Εποχής. Γενικότερα κατά τη διάρκεια των αρχαϊκών χρόνων δεν κατοικούνται μόνον η Μύρινα και η Ηφαιστία. Έχουν βρεθεί ίχνη μικρών οικισμών στο Κουκονήσι κοντά στον Μούδρο και στο Μικρό Καστέλλι στην βόρεια ακτή κοντά στο Γομάτι. Έχουν διαπιστωθεί, επίσης, μικρές εγκαταστάσεις αγροτών σε όλο το νησί.

Το 494 π.Χ. επανέρχονται οι Πέρσες. Κατακτούν το νησί, κάνουν λιμενικά έργα στην Ηφαιστία, το Καβείριο, το Μικρό Καστέλλι και τη σημερινή Παναγιά στα βορειονατολικά και εγκαθιστούν Έλληνες που πρόσκεινται φιλικά σε αυτούς. Στους περσικούς πολέμους οι Λήμνιοι υποχρεώνονται να ακολουθήσουν τον περσικό στόλο, αλλά στη ναυμαχία του Αρτεμίσιου ο Λήμνιος Αντίδωρος εντάσσει το πλοίο του στον ελληνικό στόλο και μετά παίρνει μέρος στη ναυμαχία της Σαλαμίνας.
Οι Πέρσες μένουν στη Λήμνο μέχρι την τελική ήττα τους από τους Έλληνες στις Πλαταιές και τη Μυκάλη το 479 π.Χ. Οι Αθηναίοι διώχνουν την περσική φρουρά και εγκαθιστούν τους πρώτους εποίκους. Κάποιοι, κυρίως από τη Μύρινα, φεύγουν, αλλά η Ηφαιστία αποδέχεται την αθηναϊκή κυριαρχία και το 477 π.Χ. η Λήμνος γίνεται μέλος της Συμμαχίας της Δήλου και συμμετέχει στα έξοδα του συμμαχικού στόλου.

Η συμμαχία δεν αργεί να μετατραπεί στην Α΄ Αθηναϊκή Συμμαχία και μέσο επιβολής της αθηναϊκής ηγεμονίας στον ελληνικό χώρο. Από το 450 π.Χ. υπάρχει στη Λήμνο αθηναϊκή φρουρά και μετά το 439 π.Χ. Αθηναίοι κληρούχοι από τις φτωχότερες τάξεις παίρνουν αγροτικές εκτάσεις και ζουν οριστικά στη Λήμνο.
Οι κληρούχοι διατηρούν την ιδιότητα του Αθηναίου πολίτη και συγκροτούν δύο δήμους, έναν στη Μύρινα και έναν στην Ηφαιστία. Γι' αυτό η Λήμνος αποκαλείται συχνά Δίπολις. Η Μύρινα και η Ηφαιστία έχουν διοικητική αυτονομία από τη μητρόπολη, με την οποία, πάντως, παραμένουν στενά συνδεδεμένες. Με χρήματά τους φιλοτεχνείται στην Ακρόπολη της Αθήνας το άγαλμα της Αθηνάς Λημνίας.

Στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, που φέρνει το 431 π.Χ. αντιμέτωπες την Αθήνα και τη Σπάρτη, οι δύο πόλεις πολεμούν στο πλευρό των Αθηναίων. Το 405 π.Χ., ύστερα από την αθηναϊκή ήττα στους Αιγός Ποταμούς, οι Σπαρτιάτες διώχνουν τους Αθηναίους και κυριαρχούν στο νησί. Αλλά οι Αθηναίοι επιστρέφουν το 396 π.Χ. με την Ανταλκίδειο ειρήνη.
Οι παλιοί κάτοικοι έχουν σιγά σιγά συγχωνευθεί με τους εποίκους και οι δύο πόλεις συνεχίζουν την πορεία τους με θεσμούς όπως στην Αθήνα. Από τον 4ο αιώνα λειτουργεί συνέλευση του δήμου, ενώ απεσταλμένοι της Αθήνας ασκούν τα δημόσια αξιώματα του επιμελητή, του ίππαρχου και του στρατηγού. Ο επιμελητής παρακολουθεί τις εμπορικές συναλλαγές, ο ίππαρχος είναι υπεύθυνος για την άμυνα και την τάξη και ο στρατηγός προστατεύει την αθηναϊκή ηγεμονία και έρχεται σε έκτακτες περιπτώσεις.

Αυτή την εποχή αναδεικνύονται σημαντικοί πνευματικοί άνθρωποι και καλλιτέχνες, όπως ο σοφιστής Αντίλοχος που φιλονικεί με τον Σωκράτη, ο κατασκευαστής ανδριάντων Γλαύκος, που θεωρείται εφευρέτης της κόλλησης του σιδήρου, και κυρίως ο γλύπτης Αλκαμένης, μαθητής του Φειδία, με σπουδαία έργα, όπως το δυτικό αέτωμα του ναού του Δία στην Ολυμπία, αγάλματα του Άρη, του Διόνυσου και της Εκάτης στην Αθήνα και πολλά άλλα.
Οι δύο πόλεις προοδεύουν και κόβουν δικά τους νομίσματα, που κυκλοφορούν από τις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. και θα συνεχίσουν να κυκλοφορούν μέχρι τον 1ο αιώνα μ.Χ. Κάποιες εποχές θα έχουν κοινό νόμισμα.

Την Κλασική Εποχή η Ηφαιστία και η Μύρινα είναι τα κέντρα της ζωής. Ευρήματα δείχνουν ότι υπάρχουν λίγες εγκαταστάσεις αγροτών στο Γομάτι στην βόρεια ακτή, στον Προγόμυλο στην πεδιάδα του δυτικού τμήματος του νησιού και κυρίως στο ανατολικό τμήμα, στην Κώμη, την Καλλιόπη και την Παναγιά βορειοανατολικά και στα Καμίνια και το Παραχείρι νοτιοανατολικά.

Τα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια

Η Κλασική Εποχή τελειώνει, καθώς έρχονται στο προσκήνιο οι Μακεδόνες. Καταλαμβάνουν το 353 π.Χ. τη Λήμνο, αλλά την επιστρέφουν στους Αθηναίους. Τον 4ο και τον 3ο αιώνα π.Χ. το νησί υφίσταται αλλεπάλληλες επιδρομές και γνωρίζει διάφορους κυρίαρχους. Είναι η εποχή που επικρατεί μεγάλη αναστάτωση μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τους πολέμους των διαδόχων του, ενώ στα δυτικά αναδύεται η νέα δύναμη, η Ρώμη.

Οι Μακεδόνες επανέρχονται με τον Κάσσανδρο το 318 π.Χ. και με τον Αντίγονο Α΄ το 315 π.Χ. Ο Δημήτριος ο Φαληρεύς προσπαθεί να ξαναπάρει τη Λήμνο για λογαριασμό των Αθηναίων, αλλά αποτυγχάνει και τη λεηλατεί. Οι Αθηναίοι επιστρέφουν το 301 και οι Μακεδόνες το 294. Το 285 η Λήμνος κυριεύεται από τον βασιλιά της Θράκης Λυσίμαχο, που κυβερνάει τυραννικά. Το 281 έρχεται ο βασιλιάς της Συρίας Νικάτωρ Α΄. Γίνεται δεκτός με ανακούφιση, όπως και ο διάδοχός του Αντίοχος Α΄. Οι κάτοικοι ανεγείρουν μάλιστα ναούς προς τιμήν τους.

Οι Μακεδόνες κυριαρχούν πάλι από το 266 με τον Αντίγονο Γονατά και παραμένουν μέχρι την ήττα του Φίλιππου Ε΄ από τον Φλαμινίνο και τις ρωμαϊκές λεγεώνες του το 197 στις Κυνός Κεφαλές. Για ένα διάστημα, γύρω στο 230, έχουν εμφανιστεί οι Πτολεμαίοι της Αιγύπτου, που απλώνονται αυτή την εποχή στο Αιγαίο. Και το 209 ένας στόλος της Ρώμης και του Άτταλου Α΄ της Περγάμου λεηλατεί το νησί.
Μετά τη νίκη του ο Φλαμινίνος διακηρύσσει το 196 στον Ισθμό της Κορίνθου την ελευθερία των ελληνικών πόλεων και η Λήμνος γίνεται αυτόνομη, αλλά με ρωμαϊκή φρουρά. Οι Ρωμαίοι την παραχωρούν το 188 στους Μακεδόνες. Ξεσπάει, όμως, ο τρίτος μακεδονικός πόλεμος το 171 - 168 που φέρνει την ήττα του Περσέα και το τέλος του βασιλείου των Αντιγονιδών. Οι Ρωμαίοι παραχωρούν το 166 τη διοίκηση της Λήμνου στους Αθηναίους.

Την Ελληνιστική Εποχή η Ηφαιστία και η Μύρινα παραμένουν τα κέντρα της ζωής διατηρώντας την ακμή τους. Η Λήμνος κατοικείται σχεδόν παντού από αγρότες. Στο δυτικό τμήμα έχουν βρεθεί ίχνη εγκαταστάσεων στο Μικρό Καστέλλι, το Διαπόρι, το Πορτιανού και τους Αγκαριώνες. Και στο ανατολικό τμήμα στον Κότσινα, τον Μόσχυλο, το Ρεπανίδι, τον Μούδρο, το Ρουσσοπούλι, την Παναγιά, το Παραχείρι και τα Βελανίδια. Λιγότερα είναι τα ευρήματα της Ρωμαϊκής Εποχής. Στο προσκήνιο παραμένουν η Ηφαιστία, το ιερό στο Καβείριο και η Μύρινα.

Η νέα αθηναϊκή περίοδος διαρκεί ώς το τέλος του 2ου αιώνα μ.Χ., όταν η Λήμνος γίνεται αυτοδιοίκητη από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Σέπτιμο Σεβήρο. Τα ρωμαϊκά χρόνια είναι περίοδος ηρεμίας και πολιτιστικής ανόδου. Το 167 επισκέπτεται τη Μύρινα ο ιατρός Γαληνός και διαπιστώνει ότι είναι σε ακμή και διατηρεί το αρχαίο της όνομα. Εκθειάζει μάλιστα τις φαρμακευτικές ιδιότητες της «λημνίας γης».
Αυτή την εποχή αναδεικνύονται τρεις σοφιστές, ρήτορες και διδάσκαλοι της ίδιας οικογένειας. Ο Φιλόστρατος του Βήρου που διδάσκει στην Αθήνα, ο γιος του Φλάβιος Φιλόστρατος που διδάσκει στην Αθήνα και τη Ρώμη και γίνεται παιδαγωγός των παιδιών του αυτοκράτορα Σέπτιμου Σεβήρου και ο ανηψιός του Φιλόστρατους του Νερβιανού που διδάσκει στην Αθήνα, είναι ευνοούμενος του αυτοκράτορα Καρακάλλα και πεθαίνει στη Λήμνο.
Ήδη, όμως, έχουν κάνει την εμφάνισή τους στον βορρά τα πρώτα βαρβαρικά φύλα, που κατεβαίνουν και στην ελληνική χερσόνησο. Το 267 - 268 Γότθοι και Έρουλοι φτάνουν στο νησί και το λεηλατούν. Είναι η χαριστική βολή στη Λήμνο της αρχαιότητας.

Η πρώτη βυζαντινή εποχή

Το 330 η ιστορία αλλάζει πορεία. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος εγκαινιάζει την Κωνσταντινούπολη, νέα πρωτεύουσα του ρωμαϊκού κράτους, και ο χριστιανισμός γίνεται επίσημη θρησκεία. Το 395 η αυτοκρατορία χωρίζεται σε ανατολική και δυτική. Τα νησιά του Αιγαίου αποτελούν μια απλή επαρχία του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους.
Στη Λήμνο κέντρο της ζωής εξακολουθεί να είναι η Ηφαιστία, που από τον 4ο αιώνα είναι έδρα επισκόπου. Σπίτια και εκκλησίες μαρτυρούν και σήμερα τη σημασία της πόλης τους πρώτους αιώνες της βυζαντινής εποχής.

Αργότερα η αυτοκρατορία διαιρείται διοικητικά σε περιφέρειες που ονομάζονται Θέματα. Στις αρχές του 8ου αιώνα η Λήμνος ανήκει διοικητικά στο Θέμα των Κιβυραιωτών, που παίρνει το όνομά του από την πόλη Κίβυρα της Μικράς Ασίας. Στο ίδιο Θέμα ανήκουν η παραλιακή περιοχή του Ελλήσποντου και της Προποντίδας, τα άλλα νησιά του Βόρειου Αιγαίου και οι Κυκλάδες.

Είναι η εποχή που εντείνονται στο Αιγαίο οι πειρατικές επιδρομές, ιδιαίτερα των Αράβων Σαρακηνών, που κατακτούν την Κρήτη το 821. Το 900 καταφτάνει στη Λήμνο ο περιβόητος πειρατής Λέων Τριπολίτης, ο επονομαζόμενος Ελ Ζουράφα, και τη λεηλατεί. Αλλά το 924 ο βυζαντινός ναύαρχος Ιωάννης Ραδινός κατατροπώνει τους πειρατές και απαλλάσσει τα νησιά από την απειλή τους.

Στα χρόνια του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογέννητου (913 - 959) γίνεται νέα διοικητική μεταρρύθμιση και δημιουργείται το Θέμα του Αιγαίου. Σ' αυτό ανήκουν μόνον η Λήμνος, η Λέσβος, η Χίος, οι Κυκλάδες και οι Σποράδες.
Η Ηφαιστία διατηρεί τον πρώτο ρόλο στη ζωή του νησιού και είναι το κύριο λιμάνι, επειδή βρίσκεται πιο κοντά στις ακτές της Θράκης και την Κωνσταντινούπολη. Αρχίζει, όμως, να παρακμάζει, καθώς οι λιμενικές εγκαταστάσεις καταστρέφονται από τις προσχώσεις. Το 1200 είναι πλέον έρημη, ενώ λίγο πιο δυτικά, στο μυχό του κόλπου Πουρνιάς, αναπτύσσεται ο Κότσινας.

Το λιμάνι του Κότσινα αναφέρεται πρώτη φορά το 1136 με το λατινικό όνομα Cocini. Ίσως επειδή η δραστηριότητα αρχίζει, όταν ο μητροπολίτης της Λήμνου Μιχαήλ παραχωρεί στον Βενετό ιερέα του Αγίου Μάρκου της Κωνσταντινούπολης τη μικρή εκκλησία Άγιος Βλάσιος κοντά στον Κότσινα για να ασκούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα οι Βενετοί έμποροι και ναυτικοί που ζουν στην περιοχή.

Παράλληλα, στις αρχές του 12ου αιώνα, χτίζεται στη Μύρινα κάστρο στην οχυρή χερσόνησο με τους δύο όρμους από τη μια και την άλλη πλευρά, χτίζεται κάστρο. Το 1185 ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Α΄ Κομνηνός ενισχύει τις οχυρώσεις του χρησιμοποιώντας ό,τι απομένει από την αρχαία ακρόπολη της πόλης.

Τα μεσαιωνικά χρόνια

Το 1203 οι σταυροφόροι της Δ΄ Σταυροφορίας και οι Βενετοί, που τους μεταφέρουν με τα πλοία τους, αντί να πάνε στους Αγίους Τόπους καταλήγουν στην Κωνσταντινούπολη. Το 1204 κυριεύουν την πρωτεύουσα, ιδρύουν αυτοκρατορία, την ονομάζουν Ρωμανία και τη μοιράζουν μεταξύ τους. Οι Βυζαντινοί περιορίζονται στη Μικρά Ασία, όπου δημιουργούν την αυτοκρατορία της Νίκαιας, ενώ στην Βορειοδυτική Ελλάδα ιδρύεται το Δεσποτάτο της Ηπείρου. Στην υπόλοιπη Ελλάδα αρχίζει η εποχή της Φραγκοκρατίας, ενώ οι Βενετοί απλώνονται στα νησιά και τις ακτές του Αιγαίου.

Το 1207 οι Βενετοί φτάνουν και στη Λήμνο. Πρώτος δούκας είναι ο Φιλόκαλο Ναβιγκαγιόζο (Navigajoso), που φροντίζει αμέσως να κάνει οχυρωματικά έργα σε όλο το νησί και αρχίζει να δίνει στο κάστρο της Μύρινας τη μορφή που έχει σήμερα. Το 1214 τον διαδέχεται ο γιός του Λεονάρντο Ναβιγκιόζο. Κληρονομεί το κάστρο και τη μισή Λήμνο, ενώ τα αδέλφια του μοιράζονται ως φέουδα την άλλη μισή.
Από αυτή την εποχή αρχίζει να μεγαλώνει η σημασία της Μύρινας. Ο Λεονάρντο ολοκληρώνει τα έργα στο κάστρο, που αναφέρεται πλέον ως Παλαιόκαστρο για να διακρίνεται από το καινούργιο κάστρο που χτίζεται στον Κότσινα, έδρα του φέουδου του Φόσκαρι Ναβιγκαγιόζο. Ο πληθυσμός στον Κότσινα αυξάνεται, ενώ η Ηφαιστία εγκαταλείπεται οριστικά. Μένει μόνο η ονομασία Παλαιόπολη να τη θυμίζει.

Το 1261 οι Βυζαντινοί διώχνουν τους Φράγκους από την Κωνσταντινούπολη και η αυτοκρατορία ξαναπαίρνει το δρόμο της, αν και αποδυναμωμένη. Οι φραγκικές ηγεμονίες παραμένουν στην ηπειρωτική Ελλάδα και τα δουκάτα των Βενετών στις ακτές και τα νησιά.

Το 1275 ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος αρχίζει τον αγώνα για να ξαναπάρει τα νησιά. Ο στόλος του ανακαταλαμβάνει τις Σποράδες, πολλές Κυκλάδες και το 1277 τη Λήμνο.

Στη νέα βυζαντινή εποχή αρχίζουν τη ζωή τους αρκετά από τα σημερινά χωριά της Λήμνου ως μετόχια μοναστηριών του Αγίου Όρους, κυρίως της Μονής Μεγίστης Λαύρας που βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο της χερσονήσου του Άθω. Τα μοναστήρια αποκτούν κτήματα, συνήθως ως δωρεές από βυζαντινούς αξιωματούχους, επικυρώνουν την ιδιοκτησία τους με χρυσόβουλα των αυτοκρατόρων και βρίσκουν καλλιεργητές. Αυτοί συγκροτούν τους αρχικούς οικισμούς.

Από τους σημερινούς οικισμούς βυζαντινή καταγωγή έχουν ο Μούδρος, το Πλατύ, το Κοντοπούλι, ο Κοντιάς, το Κατάλακκο, ο Κάσπακας, το Ρεπανίδι. Αλλά και η περιοχή του Κότσινα κατά κάποιον τρόπο, αφού μετά την κατάληψη του νησιού από τους Βυζαντινούς οι μονές επιδιώκουν αμέσως να κατοχυρώσουν τις ιδιοκτησίες τους.

Το 1355 η μονή Μεγίστης Λαύρας λειτουργεί «εμπορείον» στο Παλαιόκαστρο, στη Μύρινα, δηλαδή, και το 1361 ο Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος επισκευάζει τα κάστρα της Μύρινας και του Κότσινα. Το 1408 το κάστρο του Κότσινα παραχωρείται ως φέουδο στην Ευγενία Γατελούζι από τη Γένουα, χήρα του Ιωάννη Ζ΄ Παλαιολόγου. Η Ευγενία ζει εδώ μέχρι τον θάνατό της το 1440. Στον Κότσινα κυριαρχούν οι Γενουάτες Γατελούζι και ο ορθόδοξος μητροπολίτης υποχρεώνεται να μεταφέρει την έδρα του κοντά στο Λιβαδοχώρι στη μονή του Αγίου Παύλου, που από τότε είναι γνωστή ως Μητρόπολη.

Τα επόμενα τριάντα χρόνια η Λήμνος αλλάζει συνεχώς κυρίαρχο. Το 1456 φτάνουν οι Οθωμανοί. Το 1463 παίρνει την κυριότητά της ο γαιοκτήμονας Γεώργιος Παλαιολόγος, ο Δρομοκαΐτης ή Κομνηνός. Το 1464 την πουλάει στους Βενετούς, που έρχονται με επικεφαλής τον Ιάκωβο Λορεντάνο και βρίσκουν τρία γερά κάστρα, τον Κότσινο, το Παλαιόκαστρο και τον Μούδρο.

Το 1470 ο Μαχμούτ πασάς επιτίθεται με 300 πλοία και 70.000 άνδρες. Αποκρούεται, αλλά η Λήμνος υφίσταται μεγάλες καταστροφές. Ακολουθεί νέα επίθεση το 1478 από τον Σουλεϊμάν πασά, που πολιορκεί τον Κότσινα. Γεννιέται τότε ο θρύλος της Μαρούλας. Όταν σκοτώνεται ο πατέρας της, η Μαρούλα αρπάζει το σπαθί του και ορμάει εναντίον των εχθρών εμψυχώνοντας τους πολιορκημένους, που αντεπιτίθενται και λύνουν την πολιορκία. Ο θρύλος της θα φτάσει αργότερα στη Δυτική Ευρώπη και θα εμπνεύσει ώς τα νεώτερα χρόνια πολλούς λογοτέχνες. Στις μέρες μας τον θυμίζει ένα μπρούτζινο άγαλμα της ηρωίδας στον Κότσινα.

Ύστερα από όλα αυτά οι Βενετοί, παρά το ότι το 1477 επισκευάζουν τις οχυρώσεις σε όλο το νησί, παραδίδουν τον Ιανουάριο του 1479 τη Λήμνο στους Οθωμανούς ύστερα από συμφωνία.

Η οθωμανική εποχή

Οι Βενετοί φεύγουν το 1479 και μαζί τους φεύγουν πολλοί που έχουν λατινικούς δεσμούς με αποτέλεσμα η Μύρινα και ο Κότσινος να δείχνουν έρημες πόλεις. Οι Οθωμανοί εγκαθιστούν στο κάστρο της Μύρινας τη φρουρά και τις οικογένειες των στρατιωτών και μεταφέρουν τους κατοίκους του Μουρούν Χισάρ, του κάστρου που βρίσκεται στο ακρωτήριο της Πλάκας στην βορειοανατολική άκρη του νησιού. Μετά από μερικά χρόνια εγκαθίσταται στη Μύρινα ο ορθόδοξος μητροπολίτης, που ώς τότε έχει την έδρα του στη μονή του Αγίου Παύλου κοντά στο Λιβαδοχώρι.

Τους επόμενους δύο αιώνες η Μύρινα απλώνεται στην πεδιάδα κάτω από το κάστρο. Παράλληλα αναπτύσσεται ο Κότσινας γύρω από το κάστρο του. Το λιμάνι και το εμπορείον του έχουν διαρκώς κίνηση. Ζουν εδώ ή πηγαινοέρχονται Έλληνες, Οθωμανοί, Βενετοί και Εβραίοι. Πηγαινοέρχονται, όμως, και περιηγητές. Όχι μόνο στον Κότσινα, αλλά σε όλη τη Λήμνο. Είναι η εποχή που πολλοί από τη Δυτική Ευρώπη ταξιδεύουν στην Ελλάδα, επισκέπτονται τα νησιά και δημοσιεύουν τις εντυπώσεις τους. Πολλές περιγραφές, πληροφορίες και χάρτες οφείλονται σε αυτούς τους τολμηρούς ταξιδιώτες.

Το 1656 οι Βενετοί επανέρχονται. Προσωρινά, μέχρι το 1657, αλλά αρκετά για να γνωρίσει η Λήμνος μια ακόμη περιπέτεια. Τον Ιούλιο του 1656 καταλαμβάνουν το εμπορείον της Μύρινας και τον λόφο με τους ανεμόμυλους απέναντι από το κάστρο, όπου στήνουν τηλεβόλα. Οι Οθωμανοί κλείνονται στο φρούριο μαζί με πολλούς Έλληνες, αλλά σε λίγες μέρες παραδίδονται.

Οι Οθωμανοί επιστρέφουν τον επόμενο χρόνο και το φθινόπωρο κυριεύουν το κάστρο ύστερα από πολιορκία 63 ημερών. Νεκροί είναι και πολλοί Έλληνες που το έχουν υπερασπιστεί. Οι Τούρκοι θανατώνουν για παραδειγματισμό ορισμένους χριστιανούς που πήραν το μέρος των Βενετών και στέλνουν 500 άνδρες να κωπηλατούν στις γαλέρες. Μέχρι το 1695 στη Μύρινα ζουν 1500 γυναίκες και μόνο 400 άνδρες.

Δυσμενείς είναι οι συνέπειες και για τον Κότσινα. Φεύγοντας οι Βενετοί καταστρέφουν τις οχυρώσεις του νησιού και ανάμεσά τους το κάστρο του Κότσινα. Οι κάτοικοι παύουν να νιώθουν ασφάλεια και αρχίζουν να εγκαταλείπουν τον οικισμό, ενώ σταδιακά καταστρέφονται οι εγκαταστάσεις του λιμανιού.
Αντίθετα η Μύρινα ξαναβρίσκει το ρυθμό της. Αναπτύσσεται οικιστικά και ο πληθυσμός της αυξάνεται. Ζουν Έλληνες, Τούρκοι και έμποροι από άλλες εθνότητες. Το κάστρο και η πόλη ουσιαστικά ενοποιούνται και το 1739 αναφέρεται πρώτη φορά η ονομασία Κάστρο για την πόλη. Θα εξακολουθήσει να ονομάζεται Κάστρο μέχρι το 1955, που θα ονομαστεί επίσημα Μύρινα. Αλλά και σήμερα Κάστρο τη λένε πολλοί.
Εκείνα τα χρόνια ο πληθυσμός της είναι 800 οικογένειες, μισές Ελλήνων και μισές Τούρκων. Οι Έλληνες ασχολούνται με τη ναυτιλία και το εμπόριο. Λειτουργεί μάλιστα με κάποια μορφή ένας εμπορικός σύλλογος. Έχει, επίσης, ιδρυθεί σχολείο.
Στις απογραφές του 19ου αιώνα οι οικογένειες των χριστιανών είναι 400 - 450. Ήδη έχουν διαμορφωθεί οι συνοικίες των δύο κοινοτήτων. Η τουρκική συνοικία βρίσκεται στον όρμο νότια από το κάστρο, τον Τούρκικο Γιαλό. Η ελληνική συνοικία στον όρμο βόρεια από το κάστρο, τον Ρωμέικο Γιαλό.

Το 1768 έχει αρχίσει πόλεμος μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας. Στις αρχές του 1770 ρωσικός στόλος υπό τους αδελφούς Ορλώφ φτάνει στη Νότια Πελοπόννησο δίνοντας το σύνθημα για να επαναστατήσουν οι Έλληνες. Η επανάσταση, γνωστή ως «Ορλωφικά», αποτυγχάνει γρήγορα και ο Αλέξιος Ορλώφ βγαίνει στο Αιγαίο Πέλαγος. Στις αρχές Ιουλίου κατανικά τον τουρκικό στόλο στο στενό Χίου - Τσεσμέ και κυριαρχεί στη θάλασσα μέχρι το τέλος του πολέμου το 1774.

Το 1770 φτάνει και στη Λήμνο, όπου πολιορκεί το Κάστρο τρεις μήνες. Η ώρα της παράδοσης πλησιάζει, όταν καταφτάνει ο Χασάν πασάς Τζετζάερλι με 3.000 στρατιώτες και διώχνει τους Ρώσους. Τα αντίποινα είναι σκληρά. Η οργή των Τούρκων στρέφεται στην ελληνική συνοικία. Η μητρόπολη της Αγίας Τριάδας καταστρέφεται. Ο μητροπολίτης Ιωακείμ, ο δάσκαλος του σχολείου Κοσμάς και τριακόσιοι πρόκριτοι και ιερείς απαγχονίζονται.

Αλλά η ζωή ξαναβρίσκει το ρυθμό της. Το σχολείο λειτουργεί πάλι και η μητρόπολη ξαναχτίζεται. Υπάρχουν δύο ναυπηγεία και το λιμάνι αναπτύσσεται. Το 1801 οι κάτοικοι συνεισφέρουν από κοινού για να κατασκευαστεί αποβάθρα. Το 1858 κατασκευάζεται πέτρινος λιμενοβραχίονας. Το 1904 υπάρχουν προκυμαία και δεύτερος μώλος.
Από τα μέσα του 19ου αιώνα το Κάστρο είναι το διοικητικό, οικονομικό, αλλά και εκπαιδευτικό κέντρο της Λήμνου, καθώς λειτουργούν σταδιακά και άλλα σχολεία. Το 1865 - 1866 χτίζεται ο σημερινός μητροπολιτικός ναός από τον Ζαχαρία Φιλιππότη, μάστορα από την Τήνο. Το πέτρινο καμπαναριό θα χτιστεί το 1910.
Το 1874 οι χριστιανοί στη Μύρινα είναι 4.000 και οι Τούρκοι 800, από τους οποίους οι 75 συγκροτούν την φρουρά του κάστρου. Ώς το τέλος του 19ου αιώνα η πόλη παίρνει κοσμοπολίτικη όψη, καθώς εύποροι πλοιοκτήτες και ομογενείς από την Αλεξάνδρεια χτίζουν στο Ρωμέικο Γιαλό θαυμάσιες αρχοντικές κατοικίες νεοκλασικού χαρακτήρα. Στη Μύρινα λειτουργούν προξενεία της Ελλάδας, της Αγγλίας και της Ολλανδίας.

Η απελευθέρωση

Τον Οκτώβριο του 1912 ξεσπάει ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος. Η Ελλάδα, η Σερβία, η Βουλγαρία και το Μαυροβούνιο συμμαχούν εναντίον της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Στην ξηρά ο ελληνικός στρατός προωθείται προς τη Θεσσαλονίκη, στη θάλασσα ο ελληνικός στόλος υπό τον ναύαρχο Κουντουριώτη με ναυαρχίδα το θρυλικό θωρηκτό «Αβέρωφ» αρχίζει τον αγώνα για την επικράτηση. Πρώτος στόχος του ο κόλπος του Μούδρου, το καλύτερο αγκυροβόλιο στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Στις 6 - 8 Οκτωβρίου ο ελληνικός στόλος αποβιβάζει αγήματα. Κοντά στο Διαπόρι στην ακτή Βουρλίδια, στο μέσο της δυτικής ακτής του κόλπου του Μούδρου, οι κάτοικοι από τα κοντινά χωριά Κοντιάς και Τσιμάνδρια υποδέχονται τους Έλληνες στρατιώτες και τους καθοδηγούν προς το εσωτερικό του νησιού. Στις 8 Νοεμβρίου η Λήμνος είναι ελεύθερη και ο κόλπος του Μούδρου γίνεται το ορμητήριο του ελληνικού στόλου, από όπου απελευθερώνει ένα ένα τα νησιά.

Στις 5 Ιανουαρίου του 1913 ο ελληνικός και ο τουρκικός στόλος βρίσκονται αντιμέτωποι κοντά στο νοτιοανατολικό άκρο του νησιού. Η ναυμαχία της Λήμνου είναι η δεύτερη και τελευταία του πολέμου. Ο ελληνικός στόλος επικρατεί και κυριαρχεί στο Αιγαίο συμβάλλοντας καθοριστικά στην τελική νίκη.

Battleship Averof

Λίγο αργότερα, στις 24 Ιανουαρίου, οι τολμηροί Έλληνες αξιωματικοί Μουτούσης και Μωραϊτίνης μπαίνουν στο υδροπλάνο «Ναυτίλος» και αποθαλασσώνονται από τα νερά του Μούδρου πετώντας στο ναύσταθμο του Ναγαρά, όπου κατοπτεύουν και βομβαρδίζουν τον τουρκικό στόλο. Είναι η πρώτη πολεμική αεροναυτική ενέργεια στα παγκόσμια χρονικά.
Ο κόλπος του Μούδρου έρχεται στο προσκήνιο και στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κατά την εκστρατεία της Αντάντ το 1915 για να αποκτήσει τον έλεγχο των Στενών των Δαρδανελλίων. Δεκάδες αγγλικά και γαλλικά πολεμικά πλοία ναυλοχούν στον κόλπο εξορμώντας εναντίον της Καλλίπολης. Οι σύμμαχοι εγκαταλείπουν την επιχείρηση στις 9 Ιανουαρίου του 1916 μετρώντας πολλούς νεκρούς, κυρίως Αυστραλούς και Νεοζηλανδούς, που είναι θαμμένοι στο βρετανικό νεκροταφείο στο Μούδρο.

Ο κόλπος του Μούδρου καταγράφεται πάλι στην παγκόσμια ιστορία στις 30 Οκτωβρίου του 1818. Στο αγγλικό πολεμικό πλοίο «Αγαμέμνων» υπογράφεται από τον Άγγλο ναύαρχο Κάλθορπ, πληρεξούσιο των συμμάχων, και αντιπροσώπους του σουλτάνου η Συνθήκη του Μούδρου - ή Ανακωχή του Μούδρου - που σηματοδοτεί τη συνθηκολόγηση της οθωμανικής αυτοκρατορίας

HMS Agamemnon

Μετά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο το 1919 - 1922 και την ελληνική ήττα στη Μικρά Ασία, κύματα προσφύγων φτάνουν στην Ελλάδα. Από τις 4.000 και πλέον πρόσφυγες που έρχονται στη Λήμνο, οι 1350 εγκαθίστανται στη Μύρινα, στα σπίτια της τούρκικης συνοικίας και σε καινούργια σπίτια που χτίζονται νότια από τον Τούρκικο Γιαλό. Η συνοικία ονομάζεται Νέα Μάδυτος, αλλά στην καθημερινή γλώσσα όλοι τη λένε Μαϊτιανά. Πρόσφυγες εγκαθίστανται και αλλού, καθώς και σε δύο νέους οικισμούς, τη Νέα Κούταλη και τον Άγιο Δημήτριο.

Η ζωή συνεχίζεται και το 1955 το Κάστρο, η πρωτεύουσα, ονομάζεται δήμος Μυριναίων. Πολλοί, όμως, εξακολουθούν να τη λένε Κάστρο. Η Λήμνος, όπως και όλη η Ελλάδα, πλήττεται από τη μετανάστευση τη δεκαετία του 1960. Αλλά σταδιακά αυξάνει πάλι τον πληθυσμό της, διατηρεί την φυσιογνωμία της, προβάλλει τα χαρίσματα που της έχουν δώσει η Φύση και η Ιστορία και προσφέρει, όπως στους παλιούς περιηγητές, το ωραίο ταξίδι και στους ταξιδιώτες του 21ου αιώνα.

Το ταξίδι

Με πλοίο ή αεροπλάνο;
Πέρα από τις προσωπικές προτιμήσεις το δίλημμα για το μέσο, με το οποίο θα πάμε στη Λήμνο, έχει και τη θεωρητική και την πρακτική πλευρά του.

Αν ταξιδέψουμε με αεροπλάνο, έχουμε τη δυνατότητα φτάνοντας να θαυμάσουμε από ψηλά αυτό που βλέπουμε στον χάρτη. Μια «πεταλούδα», που απλώνει τα ανοιγμένα φτερά της στα νερά του Βόρειου Αιγαίου. Το σχεδόν τετράγωνο δυτικό «φτερό» και το μακρόστενο καμπυλωτό ανατολικό «φτερό» - το δυτικό και το ανατολικό τμήμα του νησιού - ενωμένα στη μέση με έναν ισθμό πλάτους τεσσάρων χιλιομέτρων. Θαυμάσουμε, επίσης, τους δύο μεγάλους κόλπους, τον κόλπο Πουρνιάς βόρεια από τον ισθμό και τον Κόλπο του Μούδρου νότια, καθώς και τους άλλους κόλπους με τις μεγάλες παραλίες που στολίζουν τις ακτές της Λήμνου.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το θέαμα αποζημιώνει, καθώς συμπληρώνεται με τους διάσπαρτους οικισμούς ανάμεσα σε λόφους και πεδιάδες με σιτηρά και αμπέλια.
Η πρακτική πλευρά είναι αυτονόητη. Φτάνουμε πολύ πιο γρήγορα, αλλά δεν μπορούμε να έχουμε μαζί μας αυτοκίνητο ή κάποιο άλλο μέσο για να γνωρίσουμε το νησί. Μπορούμε, όμως, να νοικιάσουμε, θα πείτε.
Ούτως ή άλλως, υπάρχουν καθημερινά δύο δρομολόγια των Ολυμπιακών Αερογραμμών από την Αθήνα και έξι δρομολόγια την εβδομάδα από τη Θεσσαλονίκη. Επίσης, πέντε δρομολόγια την εβδομάδα, με τα οποία η Λήμνος συνδέεται με τη Λέσβο, τη Χίο, τη Σάμο και τη Ρόδο. Όπως σε κάθε ταξίδι, εννοείται ότι όλα αυτά θέλουν προηγουμένως τσεκάρισμα.
Το αεροδρόμιο βρίσκεται στο κέντρο της Λήμνου, στη δυτική πλευρά του ισθμού που ενώνει τα δύο τμήματά της, κοντά στο μυχό του κόλπου του Μούδρου. Έχει τον μεγαλύτερο αεροδιάδρομο στην Ελλάδα.

Αν προτιμήσουμε το πλοίο, η θεωρητική πλευρά έχει να κάνει με τη θάλασσα. Αν φύγουμε από το Λαύριο, το λιμάνι στη νοτιοανατολική άκρη της Αττικής, αφήνουμε πίσω μας την Εύβοια και ταξιδεύουμε στο ανοιχτό πέλαγος γνωρίζοντας ένα διαφορετικό Αιγαίο. Στο Κεντρικό και το Νότιο Αιγαία τα νησιά έναι το ένα μετά το άλλο τα νησιά. Στο Βόρειο Αιγαίαο θάλασσα και ανοιχτός ορίζοντας. Το πρώτο και μοναδικό νησί πριν από τη Λήμνο είναι ο Άγιος Ευστράτιος.
Η πρακτική πλευρά; Μπορούμε να πάρουμε το αυτοκίνητό μας, τη μοτοσυκλέτα μας ή το τροχόσπιτό μας. Και να τα «φορτώσουμε» ανάλογα με το είδος των διακοπών που επιθυμούμε να κάνουμε.
Από το Λαύριο υπάρχουν τρία δρομολόγια την εβδομάδα. Το ταξίδι διαρκεί εννέα με δέκα ώρες. Κάθε Δευτέρα και Τετάρτη το φέριμποτ αναχωρεί στις οκτώ το βράδυ και φτάνει στη Μύρινα γύρω στις έξι το πρωί. Κάθε Παρασκευή φεύγει στη μία το μεσημέρι και φτάνει γύρω στις έντεκα το βράδυ. Το πλοίο πιάνει προηγουμένως στον Άγιο Ευστράτιο και μετά τη Λήμνο πηγαίνει στην Καβάλα, από την οποία επιστρέφει κάνοντας την αντίστροφη διαδρομή - Λήμνος, Άγιος Ευστράτιος, Λαύριο.
Η Λήμνος έχει, επίσης, ακτοπλοϊκή σύνδεση με τη Θεσσαλονίκη και την Καβάλα. Αλλά σε όλα αυτά υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο αλλαγών ή προσθήκης νέων δρομολογίων και καλό είναι να ενημερωνόμαστε εγκαίρως.

Άφιξη

Ξημερώνει. Μπροστά μας η νότια ακτή του νοτιοδυτικού τμήματος της Λήμνου. Ο ήλιος μόλις έχει βάψει κόκκινο τον ανοιχτό ορίζοντα στην ένωση του ουρανού με τη θάλασσα και ανεβαίνει φωτίζοντας όλο και πιο έντονα τη γη που κολυμπάει στα νερά του Βόρειου Αιγαίου.

Έχουμε φύγει από το Λαύριο Δευτέρα βράδυ στις οκτώ και εδώ και μιάμισι ώρα έχουμε αφήσει πίσω τον Άγιο Ευστράτιο, τον πιο κοντινό σύντροφο της Λήμνου στο πέλαγος. Το πλοίο καβατζάρει το ακρωτήριο Τηγάνι, το νοτιοδυτικό άκρο, και συνεχίζει βόρεια έχοντας στα δεξιά τη δυτική ακτή του νησιού. Η θάλασσα χώνεται βαθιά στη στεριά. Είναι ο όρμος Πλατύ. Στην άκρη μιας μικρής χερσονήσου, που τον κλείνει βόρεια, δυο νησάκια, οι Διαβάτες, και μετά διαδοχικά δύο μικρότεροι όρμοι. Και ύστερα το κάστρο.

View from the Castle

Το πρώτο που βλέπεις φτάνοντας στη Μύρινα αυτό είναι. Το κάστρο της. Χτισμένο στην οχυρή χερσόνησο, που μπαίνει σαν πλατιά υπερυψωμένη εξέδρα στη θάλασσα. Το ύψος της φτάνει στα 120 μέτρα. Αλλά και βράδυ αν φτάσουμε, πάλι το κάστρο θα δούμε πρώτα. Τις νυχτερινές ώρες στέκει φωτισμένο σαν οικοδεσπότης θυμίζοντας στους επισκέπτες ότι βρίσκονται σε ένα χώρο με μεγάλη ιστορία.

Η χερσόνησος του κάστρου χωρίζει την περιοχή της πρωτεύουσας σε δύο όρμους. Ο πρώτος όρμος νότια από το κάστρο είναι πιο μικρός και πιο κλειστός. Εδώ βρίσκεται το λιμάνι. Την οθωμανική εποχή έχει πάρει το όνομα Τούρκικος Γιαλός. Τώρα λέγεται απλώς Λιμάνι. Ο άλλος όρμος βόρεια από το κάστρο είναι πιο μεγάλος με πλατύτερο στόμιο. Είναι ο Ρωμέικος Γιαλός. Το κοσμοπολίτικο κομμάτι της πόλης.

Port

Το πλοίο δένει, το λιμάνι ζωντανεύει. Όπως σε κάθε νησί, σε κάθε λιμάνι, η άφιξη ενός πλοίου, ειδικά το καλοκαίρι, είναι γεγονός. Είναι η συνέχεια της ζωής, αλλά και κάτι καινούργιο. Νέοι ταξιδιώτες, νέοι επισκέπτες, αλλά και παλιοί φίλοι που ξανάρχονται, όπως εμείς. Η Μύρινα είναι έτοιμη να μας υποδεχτεί και να μας δείξει το δρόμο για να γνωρίσουμε όλο το νησί.

Περίπατος στη Μύρινα

Το λιμάνι βρίσκεται στη νότια πλευρά της χερσονήσου του κάστρου. Στην άλλη πλευρά, το λιμανάκι για τα μικρά σκάφη. Γραφικό και ήρεμο. Γύρω του ταβερνάκια.

Image

Πίσω από τη χερσόνησο του κάστρου η καρδιά της Μύρινας, η αγορά της. Βαδίζουμε αργά απολαμβάνοντας την παραδοσιακή ατμόσφαιρα. Ο κεντρικός εμπορικός δρόμος πεντακάθαρος, ανακαινισμένος και πεζόδρομος. Εκτός από τη δυνατότητα για κάθε αγορά προσφέρει και την ωραία βόλτα. Καταστήματα δεξιά και αριστερά και εδώ κο εκεί στέκια για καφέ, ή, ανάλογα με την ώρα και τη διάθεση της στιγμής, για τσίπουρο ή ουζάκι με μεζέ.

Image

Συνεχίζουμε στα γραφικά πλακόστρωτα δρομάκια από την άλλη μεριά της χερσονήσου του κάστρου. Είμαστε στη συνοικία του Ρωμέικου Γιαλού. Έχει ανακηρυχθεί διατηρητέα. Εδώ κυριαρχούν τα αρχοντικά σπίτια που έχουν χτίσει στο τέλος του 19ου αιώνα εύποροι πλοιοκτήτες και πλούσιοι ομογενείς από την Αλεξάνδρεια. Μεγαλοπρεπείς νεοκλασικές κατοικίες, που δίνουν κοσμοπολίτικο χαρακτήρα στην περιοχή. Άλλα αρχοντικά είναι σήμερα ξενώνες με ενοικιαζόμενα δωμάτια, άλλα εξακολοθούν να συντηρούνται και να υποδέχονται τους ιδιοκτήτες τους την καλοκαιρινή περίοδο και άλλα είναι κλειστά περιμένοντας νέους ιδιοκτήτες.

Image

Βγαίνουμε στην παραλία. Εικόνες μαγευτικές. Ο Ρωμέικος Γιαλός από τη χερσόνησο του κάστρου μέχρι την βόρεια άκρη του όρμου στα Ρηχά Νερά. Μπροστά μας η αμμουδιά. Και η θάλασσα ήρεμη λες και ξέρει ότι θα έρθουμε.

Ολόγυρα εστιατόρια καφετέριες, ζαχαροπλαστεία. Το πρώτο που σκέφτεσαι είναι ότι υπάρχει ευρυχωρία. Μπορούμε να απολαύσουμε το φαγητό μας, τον καφέ μας ή το ποτό μας άνετα και ήρεμα. Είμαστε τυχεροί για ένα λόγο παραπάνω. Καθώς ο ορίζοντας είναι καθαρός, η ματιά μας ταξιδεύει από το άνοιγμα του όρμου στο πέλαγος μέχρι τη χερσόνησο του Άθω βορειοδυτικά.

Ρεμβάζουμε, ξεκουραζόμαστε και συνεχίζουμε. Έχουμε πολλά να δούμε. Αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στην ιστορία της Λήμνου και της Μύρινας. Και πριν από όλα εδώ αριστερά μας, στη νότια άκρη του Ρωμέικου Γιαλού, μας περιμένει το Κάστρο.

Το κάστρο της Μύρινας

Το κάστρο είναι το πρώτο που βλέπουμε φτάνοντας στη Μύρινα, αλλά και αυτό που βλέπουμε συνέχεια όπου κι αν είμαστε ολόγυρα. Δεν γίνεται αλλιώς. Η χερσόνησος όπου έχει χτιστεί δεσπόζει στην περιοχή από ύψος 120 μέτρων, φυσικό οχυρό από μόνη της. Οι οχυρώσεις από τις πλαγιές της προς την κορυφή θυμίζουν την προστασία που προσφέρουν επί αιώνες στην πόλη.

Το κάστρο αναπτύσσεται σε έκταση 144 στρεμμάτων. Η κεντρική πύλη βρίσκεται στην ανατολική πλευρά. Νότιά της σώζονται κατάλοιπα από τμήμα του τείχους που έχουν χτίσει στην αρχαιότητα οι Πελασγοί. Μια μικρότερη είσοδος βρίσκεται στην βόρεια πλευρά, κοντά στην ακτή. Μπορούμε να το επισκεφθούμε ελεύθερα, αλλά πρέπει να γνωρίζουμε την ιστορία του, επειδή δεν υπάρχει δυνατότητα για ξενάγηση.

Deer

Ανεβαίνουμε και κάθε βήμα μάς γυρίζει στα μεσαιωνικά χρόνια. Αλλά δεν είμαστε μόνοι μας. Το κάστρο κατοικείται και σήμερα. Από ελαφάκια. Ναι, από ελαφάκια. Κυκλοφορούν ελεύθερα και ξεπροβάλλουν εδώ κι εκεί, ήρεμα, χαριτωμένα, νότες δροσιάς κάτω από τον ήλιο του Αιγαίου που φωτίζει και ζεσταίνει τα παλιά χαλάσματα. Είναι πλατώνια. Τα πρώτα τα έχουν φέρει από τη Ρόδο τη δεκαετία του 1970. Στο πέρασμα του χρόνου έχουν φτάσει τα εκατό.
Το κάστρο έχει τριπλό τείχος με ύψος μέχρι οκτώ μέτρα και πάχος ενάμισι μέτρο και δεκατέσσερις πύργους. Την εποχή της δόξας του στην ανατολική πλευρά προς το εσωτερικό της πόλης προστατευόταν από βαθιά τάφρο.
Περπατάμε ανάμεσα στα ερείπια προσέχοντας το βάδισμα στα δρομάκια, επειδή γλιστράνε λιγάκι. Τα περισσότερα χτίσματα είναι από την οθωμανική εποχή. Κτίρια διοίκησης, στρατώνες για την φρουρά και δεξαμενές. Περνώντας κάτω από στοές, τριγυρίζοντας στις οχυρώσεις, ατενίζοντας το ανοιχτό πέλαγος θυμόμαστε την ιστορία του.

Castle

Εδώ θεωρείται ότι έχει χτιστεί η πρώτη ακρόπολη το 1200 - 1300 π.Χ., εποχή που ιδρύεται η αρχαία Μύρινα. Το μεσαιωνικό κάστρο αρχίζει να χτίζεται στην ύστερη βυζαντινή εποχή, στις αρχές του 12ου αιώνα. Το 1186 ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Α΄ Κομνηνός ενισχύει τις οχυρώσεις χρησιμοποιώντας όσο υλικό έχει απομείνει από την αρχαία ακρόπολη. Από αυτό το αρχικό κάστρο σώζονται πολύ λίγα κατάλοιπα.

Towers Το κάστρο παίρνει τη σημερινή του μορφή από τους Βενετούς, που κυριαρχούν από το 1207 στο Αιγαίο. Ο πρώτος δούκας της Λήμνου Φιλόκαλο Ναβιγκαγιόζο το επισκευάζει και ο γιος του Λεονάρντο, που τον διαδέχεται το 1214, ολοκληρώνει το έργο. Ακολουθούν άλλες επισκευές και βελτιώσεις. Το 1361 από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγο, το 1477 από τον Βενετό Φραγκίσκο Πασκαλίγκο και στο τέλος του 16ου αιώνα από τους Οθωμανούς. Το 1780 μετά από νέες επισκευές διαθέτει 150 κανόνια.

Περπατάμε ανάμεσα στα χαλάσματα και τις οχυρώσεις και ακούμε τους ήχους από τις πολιορκίες που έχει ζήσει. Βυζαντινοί και Βενετοί, Βενετοί και Τούρκοι, Τούρκοι και Ρώσοι του Αλέξιου Ορλώφ. Από ψηλά το πέλαγος απλώνεται μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι. Χαμηλά η Μύρινα μας χαμογελάει ήρεμη, παραδοσιακή και ωραία. Από τη μια το Λιμάνι, από την άλλη ο Ρωμέικος Γιαλός.

Ο περίπατος στη συνοικία του Ρωμέικου Γιαλού πέρα από την αναψυχή μας προσφέρει και τη δυνατότητα για πολιτιστικές αναζητήσεις.
Πρώτη στάση στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Λήμνου, όπου μάς περιμένει η ιστορία του νησιού. Μπροστά μας ένα θαυμάσιο ανακαινισμένο κτίριο, ισόγειο και όροφος, τριγυρισμένο από πράσινο. Είναι το κτίριο στο οποίο στεγαζόταν το τουρκικό διοικητήριο την οθωμανική εποχή.

i

Το κτίριο και οι αρχαιολογικοί θησαυροί έχουν περάσει πολλές περιπέτειες ιδιαίτερα κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα ευρήματα από τις ανασκαφές στην Ηφαιστία και το Καβείριο την περίοδο 1926 - 1936, που βρίσκονται σε σπίτια στο Κοντοπούλι και τα Καμίνια, μεταφέρονται από τους αρχαιολόγους της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών που κάνουν τις έρευνες συσκευασμένα σε κιβώτια στα υπόγεια του Γυμνασίου της Μύρινας. Αλλά κατά τη γερμανική κατοχή το Γυμνάσιο επιτάσσεται και τα αρχαία αφήνονται στην αυλή του. Κατά τη διάρκεια του πολέμου τα αρχαιολογικά ευρήματα του νησιού μεταφέρονται για φύλαξη στο Μουσείο της Μυτιλήνης και το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας.

Το κτίριο, που έχει υποστεί πολλές καταστροφές, επισκευάζεται από το 1956 ώς το 1959 και τα αρχαιολογικά ευρήματα επιστρέφουν στη Λήμνο το 1961, όταν όλα είναι έτοιμα για να εκτεθούν. Στο Μουσείο υπάρχουν τα ευρήματα από τις ανασκαφές της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής στην Πολιόχνη, την Ηφαιστία και το Καβείριο, τα ευρήματα από τις ανασκαφές της Κ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων στη Μύρινα, ευρήματα από όλη τη Λήμνο, δωρεές από ιδιωτικές συλλογές και ευρήματα στην Ίμβρο, που είχε στείλει ο μητροπολίτης Ίμβρου Ιωακείμ στην Αθήνα λίγο πριν από τη μικρασιατική καταστροφή.

Περνάμε την εξωτερική είσοδο και βρισκόμαστε σε έναν κήπο με φοίνικες, δενδρολίβανα και τριανταφυλλιές. Η ωραιότερη υποδοχή. Γίνεται ακόμη ωραιότερη, καθώς στον υπαίθριο χώρα συναντάμε αρχιτεκτονικά μέλη, επιγραφές και μεγάλους πίθους από τον προϊστορική Πολιόχνη.

i

Μπαίνοντας καταλαβαίνουμε αμέσως την προσπάθεια, τη γνώση και την έμπνευση που έχουν χρειαστεί για να παρουσιαστούν αρχαιολογικά εκθέματα σε ένα κτίριο που έχει κατασκευαστεί άλλη εποχή και με άλλο σκοπό, όχι μουσειακό. Από χώρο σε χώρο μπορούμε να ακολουθήσουμε την ιστορία της Λήμνου από την Τελική Νεολιθική Εποχή και την Εποχή του Χαλκού μέχρι την Ελληνιστική και Ρωμαϊκή Εποχή. Βοηθοί μας κείμενα και επεξηγηματικές πινακίδες που συνοδεύουν τα εκθέματα, χάρτες, σχεδιαγράμματα, φωτεινές διαφάνειες και φωτογραφίες από τις ανασκαφές.

Στο ισόγειο βρισκόμαστε στην Προιστορική Λήμνο. Σε τρεις αίθουσες ευρήματα από την Πολιόχνη, τη Μύρινα, αντικείμενα από όλη τη Λήμνο και μυκηναϊκή κεραμική από το Κουκονήσι.
Επειδή το δάπεδο το επιτρέπει, στο ισόγειο εκτίθενται τα βαρύτερα έργα. Σε μία αίθουσα βλέπουμε γλυπτά, επιγραφές και ανάγλυφα από τη Λήμνο και σε άλλη αίθουσα επιτύμβιες στήλες των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων από τη Λήμνο και την Ίμβρο.

i

Ανεβαίνουμε στον όροφο. Τα πατώματα ξύλινα. Πέντε αίθουσες και εδώ. Βρισκόμαστε πρώτα στην εποχή από τον 8ο ώς τον 6ο αιώνα π.Χ. Ευρήματα από το Καβείριο και την Ηφαιστία. Και μετά από τη Μύρινα και το Ιερό της Άρτεμης βόρεια από τη Μύρινα.
Κατόπιν περνάμε στην κλασική εποχή. Αττικά αγγεία και άλλα ευρήματα από την αθηναϊκή εποχή του νησιού. Ύστερα στα ελληνιστικά χρόνια. Ευρήματα από το Καβείριο και τα εργαστήρια κεραμικής της Ηφαιστίας και της Μύρινας. Τροχοί, μήτρες ανάγλυφων αγγείων και ειδωλίων, διάφορα αγγεία. Εδώ υπάρχουν και επιγραφές της ρωμαϊκής εποχής.
Στην πέμπτη αίθουσα υπάρχει ειδικός κλιματισμός. Τα ευρήματα εκτίθενται χωριστά για ασφάλεια και συντήρηση. Εδώ βλέπουμε οστέινα και μεταλλικά αντικείμενα, εργαλεία, κοσμήματα και νομίσματα.

Συνεχίζουμε τον περίπατο βόρεια στον Ρωμέικο Γιαλό. Και ιδού η έκπληξη. Μια πόλη μέσα στην πόλη. Ή ακριβέστερα, μια πόλη κάτω από την πόλη, αφού η νεώτερη Μύρινα είναι χτισμένη στην ίδια θέση με την προϊστορική και την αρχαία Μύρινα.

Μπροστά μας απλώνεται η προϊστορική Μύρινα. Ακριβέστερα πάλι, ένα τμήμα της. Αφού μόνο ένα τμήμα από τον προϊστορικό οικισμό έχει έρθει στο φως. Ο οικισμός εκτείνεται στο βόρειο τμήμα της σημερινής πόλης από τον λόφο της Λέσχης Αξιωματικών και το κτήμα της Μητρόπολης μέχρι τον χαμηλό λόφο κοντά στην παραλία Ρηχά Νερά. Το τμήμα που βλέπουμε και μπορούμε να επισκεφθούμε βρίσκεται κοντά στα Ρηχά Νερά.

i

Στην είσοδο είναι διαμορφωμένος ένας φιλόξενος χώρος υποδοχής για ξεκούραση και δροσιά. Μπαίνουμε και ο αρχαιολόγος που βρίσκεται εδώ μας υποδέχεται χαμογελαστός. Δεν υπάρχουν άλλοι επισκέπτες. Μας οδηγεί σε ένα δωμάτιο με μια μεγάλη μακέτα στη μέση. Αναπαριστάνει ολόκληρο τον προϊστορικό οικισμό σύμφωνα με τα ευρήματα που έχουν ανακαλυφθεί ώς τώρα. Οι πρώτοι άνθρωποι έχουν εγκατασταθεί στην περιοχή στο τέλος της 4ης χιλιετίας π.Χ. Ο οικισμός αναπτύσσεται την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού φτάνοντας. Στην ακμή του απλώνεται σε έκταση 80 στρεμμάτων.

Έχοντας μια ιδέα για την έκταση της προϊστορικής Μύρινας βγαίνουμε στον αρχαιολογικό χώρο. Το θέαμα καθηλώνει. Θαυμασμός γι' αυτό που βλέπουμε, αλλά και για τη δουλειά των αρχαιολόγων. Μπροστά μας μια έκταση με πυκνή δόμηση. Τα θεμέλια των χτισμάτων το ένα μετά το άλλο σε κάνουν να νομίζεις ότι όπου να' ναι κάτι θα κινηθεί στα δρομάκια.
Παραμένουμε οι μόνοι επισκέπτες και ο φιλόξενος αρχαιολόγος μας συνοδεύει εξηγώντας μας αυτά που βλέπουμε. Πώς είναι χτισμένα τα σπίτια και τα μεγαλύτερα οικοδομήματα, πού είναι οι αυλές και τα πηγάδια, ποιοι είναι οι αποθηκευτικοί χώροι. Ένα από τα μεγαλύτερα χτίσματα είναι εργαστήριο κεραμικής. Όλα μας θυμίζουν τα ευρήματα από τον οικισμό που έχουμε δει στο Αρχαιολογικό Μουσείο.

i

Γύρω από τον αρχαιολογικό χώρο η ζωή συνεχίζεται και η σκέψη έρχεται αυθόρμητα. Τι άλλο άραγε κρύβεται κάτω από τη σημερινή πόλη; Όχι μόνο από τον προϊστορικό οικισμό, αλλά και από την αρχαία Μύρινα;

Νεώτερες έρευνες έχουν φέρει στο φως ευρήματα για τη ζωή στη Μύρινα μετά τον 8ο αιώνα π.Χ. Εκτός από τα αντικείμενα που θαυμάζουμε στο μουσείο, η αρχαιολογική σκαπάνη έχει αποκαλύψει εργαστήρια κεραμικής του 7ου και του 6ου π.Χ. αιώνα στους πρόποδες του λόφου του Τσας στην ομώνυμη ανατολική συνοικία της σημερινής πόλης - η λέξη Τσας προέρχεται από τη ρωσική γλώσσα, σημαίνει παρατηρητήριο και προφανώς έχει μείνει από το 1770, την εποχή που οι Ρώσοι του Ορλώφ πολιορκούσαν τη Μύρινα.

Οι αρχαιολόγοι υπολογίζουν ότι η Μύρινα των αρχαϊκών χρόνων απλώνεται σε μεγάλη έκταση από τον λόφο του Τσας και τα εργαστήρια μέχρι την χερσόνησο του κάστρου, όπου βρίσκονται τα κατάλοιπα των πελασγικών τειχών, και από κει μέχρι τον λόφο της Λέσχης Αξιωματικών. Τα λίγα κατάλοιπα των κλασικών χρόνων που έχουν βρεθεί ώς τώρα δείχνουν ότι η κλασική Μύρινα απλώνεται περίπου στην ίδια έκταση με τη σημερινή. Ο πυρήνας της βρίσκεται στους πρόποδες της χερσονήσου του κάστρου πάνω από το λιμάνι.

Άλλα ευρήματα μαρτυρούν ότι η Μύρινα παραμένει σε ακμή τα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια. Στο λόφο του Τσας έχουν ανακαλυφθεί εργαστήρια κεραμικής των ελληνιστικών χρόνων, που έχουν θεμελιωθεί στα αρχαϊκά εργαστήρια. Στα ανατολικά της πόλης έχει ανακαλυφθεί νεκροταφείο των ρωμαϊκών χρόνων και σε ιδιωτικό οικόπεδο κοντά στο λιμάνι ένας τοίχος με αποχετευτικό σύστημα με πήλινους αγωγούς, τμήμα μεγάλου τεχνικού έργου της εποχής.

Η σημαντικότερη ανακάλυψη, όμως, της αρχαίας Μύρινας βρίσκεται έξω από την πόλη, βόρεια, στην περιοχή του Αυλώνα, στον υπαίθριο χώρο ενός μεγάλου ξενοδοχείου. Φυσιολογικά είναι ο επόμενος προορισμός μας.

Από τα Ρηχά Νερά στον Αυλώνα και το Ιερό της Άρτεμης

Στη Μύρινα μπορούμε να χαρούμε τη θάλασσα και να κολυμπήσουμε στην παραλία του Ρωμέικου Γιαλού και στα Ρηχά Νερά, την παραλία που απλώνεται στην βόρεια πλευρά του όρμου. Θαυμάσιες αμμουδιές, καθαρά νερά και αναψυχή. Η παραλία στα Ρηχά Νερά θεωρείται η πιο κοσμική του νησιού. Μπαράκια δίνουν τον τόνο και υπάρχουν δυνατότητες για θαλάσσια σπορ.

Πάνω από τα Ρηχά Νερά μια χερσόνησος κλείνει από τον βορρά τον όρμο του Ρωμέικου Γιαλού καταλήγοντας στο ακρωτήριο Πέτασος. Εδώ, κατά την παράδοση, την εποχή του βασιλιά Θόαντα, της συζύγου του Μύρινας και της κόρης τους Υψιπύλης, οι γυναίκες της Λήμνου έχουν εξοντώσει τους άντρες τους, όταν μετά την τιμωρία της Αφροδίτης που τις έχει κάνει να μυρίζουν άσχημα, αυτοί τις αντικαθιστούν με γυναίκες από τη Θράκη.
Στη νότια πλευρά της παραλίας βρίσκεται ένα ξενοδοχειακό συγκρότημα με ωραία λευκά σπιτάκια με σκεπές από κόκκινα κεραμίδια. Προχωρούμε στον υπαίθριο χώρο του προς το εσωτερικό της ακτής και μένουμε έκθαμβοι. Ένας αρχαιολογικός χώρος απλώνεται μπροστά μας. Ένα ιερό της Άρτεμης, ο ιερός χώρος της αρχαίας Μύρινας.

Το ιερό έχει έρθει στο φως την εποχή που γίνονται οι εργασίες για την κατασκευή του ξενοδοχείου. Η ανασκαφή γίνεται με έξοδα του ιδιοκτήτη του οικοπέδου και αποκαλύπτει ένα συγκρότημα με αψιδωτά κτίρια που έχουν χτιστεί σε διαδοχικές φάσεις. Στο χτίσιμο έχουν χρησιμοποιηθεί οι κροκάλες της παραλίας, καθώς και κομμάτια από τα βράχια.
Ο κύριος χώρος της λατρείας με τον βωμό στο κέντρο του είναι υπαίθριος κι αυτό εξηγείται από το ότι η Άρτεμη της Λήμνου λατρεύεται ως Σελήνη, ως ουράνια θεότητα, δηλαδή. Αργότερα μάλιστα ταυτίζεται με την Υψιπύλη, την κόρη του Θόαντα και βασίλισσα της Λήμνου.

Στα πλάγια του κεντρικού λιθόστρωτου χώρου υπάρχουν δωμάτια για τη λατρεία και γύρω συγκροτήματα για τη διαμονή των επισκεπτών και βοηθητικοί χώροι. Το ιερό περικλείεται από διπλό περίβολο. Στην βορειοδυτική άκρη βρίσκεται μια μακρόστενη αίθουσα με έδρανα, όπως στο Καβείριο. Ανήκει στην Ελληνιστική Εποχή και πιθανόν είναι χώρος συγκέντρωσης και μύησης πιστών.

Έχουν βρεθεί ένας θυσιασμένος νεαρός ταύρος, ειδώλια ταύρων, αγγεία, νομίσματα και άλλα αντικείμενα από τον 7ο αιώνα π.Χ. μέχρι το τέλος των ελληνιστικών χρόνων. Όλα αυτά τα έχουμε δει στο Αρχαιολογικό Μουσείο.

Το ιερό συνδέεται άμεσα με τη λατρεία της Άρτεμης στην Βραυρώνα της Αττικής, από όπου οι Πελασγοί έχουν αρπάξει τις παρθένες και τις έχουν φέρει στη Λήμνο για να εκδικηθούν τους Αθηναίους που τους έχουν διώξει.

Από τη Μύρινα παίρνουμε το δρόμο για τον οικισμό Κάσπακας βόρεια. Περνάμε τη χερσόνησο του Πέτασου και βλέπουμε μπροστά μας τον μεγάλο όρμο του Κάσπακα. Στον πρώτο ορμίσκο αμέσως μετά τη χερσόνησο είναι η παραλία του Αυλώνα. Άλλη μια ωραία παραλία με μεγάλη αμμουδιά και μπαράκια. Προσφέρεται κι αυτή για θαλάσσια σπορ. Όσοι αγαπούν το ψαροντούφεκο δεν έχουν παρά να κατευθυνθούν στα κοντινά ηφαιστειογενή νησάκια.

Στον Κάσπακα και την παραλία του Αγίου Ιωάννη

Κατεύθυνση προς τον οικισμό Κάσπακας βόρεια από τη Μύρινα. Μετά την παραλία του Αυλώνα ο δρόμος ακολουθεί τους δυτικούς πρόποδες του λόφου Άγιος Αθανάσιος με την κορυφή του στα 333 μέτρα. Αρκετές στροφές και μετά δεξιά στους βόρειους πρόποδες του λόφου. Ξαφνικά εμφανίζονται μπροστά μας σπίτια, κρυμμένα λες στην πλαγιά.
Είναι ο Κάσπακας, ενα από τα πιο γραφικά χωριά της Λήμνου, φημισμένο για τα γλυκά του. Βρίσκεται σε υψόμετρο 100 μέτρα και μπροστά του απλώνεται μια πανέμορφη κοιλάδα γεμάτη αμυγδαλιές και συκιές. Φτάνει μέχρι τη δυτική ακτή, όπου σχηματίζονται φιλόξενες παραλίες.

Ο Κάσπακας έχει βυζαντινή καταγωγή. Το όνομά του λέγεται ότι προέρχεται από τον βυζαντινό ναύαρχο Κάσπακα, ο οποίος στα χρόνια του αυτοκράτορα Αλέξιου Α΄ Κομνηνού, το 1081 - 1118, έχει αντιμετωπίσει νικηφόρα ένα στόλο Σελτζούκων Τούρκων που λεηλατεί το Βόρειο Αιγαίο. Φαίνεται ότι ο ναύαρχος εκείνα τα χρόνια έχει κτηματική περιουσία στη Λήμνο, διότι το 1383 σε αυτοκρατορικό χρυσόβουλο αναφέρεται ως ιδιοκτησία της μονής Κοσταμονίτου ο «τόπος του Κάσπακα». Μια έκταση που απλώνεται από τον λόφο Άγιος Αθανάσιος μέχρι την κορυφή Σκοπιά ή Βίγλα κοντά στην βόρεια ακτή.

Υπάρχουν και άλλα τοπωνύμια από ονόματα βυζαντινών αξιωματούχων, που έχουν ιδιοκτησίες στην περιοχή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το ακρωτήριο Μούρτζεφλος στο βορειοδυτικό άκρο της Λήμνου. Το όνομα προέρχεται από τον αυτοκράτορα Αλέξιο Ε΄ Μούρτζουφλο, που καταφεύγει εδώ το 1204, την εποχή της εμφύλιας διαμάχης στο Βυζάντιο που ανοίγει την πύλη της Κωνσταντινούπολης στους Φράγκους. Στο ακρωτήριο, στη μύτη μιας καταπληκτικής χερσονήσου που συνδέεται με στενό ισθμό με την ακτή, υπάρχει φάρος.

Ο Κάσπακας δημιουργείται αρχικά στη θέση Πύργος σε μικρή απόσταση, όπου τα μεσαιωνικά χρόνια υπάρχει οχύρωση, αλλά δεν υπάρχει νερό. Γι' αυτό οι κάτοικοι μετακομίζουν στο λόφο Παλιόμυλο, στους πρόποδες του Αγίου Αθανασίου, όπου υπάρχουν πολλά νερά.

Στον Κάσπακα υπάρχει μεγάλη παράδοση στην παραγωγή γλυκών. Παράγεται, άλλωστε, θαυμάσιο μέλι, όπως και αμύγδαλα και σύκα. Φημισμένα είναι και τα ζυμαρικά, καθώς και άλλα τρόφιμα.

Ώρα να κατέβουμε στη θάλασσα στον όρμο του Κάσπακα. Πρώτα συναντάμε την παραλία του Κάσπακα και μετά βορειότερα την παραλία του Αγίου Ιωάννη - του Άι Γιάννη, όπως λέγεται πιο συχνά.
Είναι από τις πιο ωραίες περιοχές. Παράξενοι βραχώδεις σχηματισμοί, που ονομάζονται «Μετέωρα του Κάσπακα», μια παραλία με βότσαλα και μια με αμμουδιά, ομπρέλες, και ξαπλώστρες, θάλασσα με διάφανα νερά. Το εκκλησάκι του Άι Γιάννη πάνω σε βράχο. Κάτω από τον βράχο καφέ μπαρ με διαμορφωμένο χώρο πράσινου. Δίπλα μια ταβέρνα. Στη νότια πλευρά ένα λιμανάκι για μικρά σκάφη.
Βόρεια, μετά από μια μικρή χερσόνησο, ένας μικρός όρμος με ωραία παραλία και ένα καφέ μπαρ πιο ψηλά. Πιο πάνω, στη χερσόνησο που κλείνει τον όρμο του Κάσπακα, το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία και στην άκρη το ακρωτήριο Καλόγεροι. Από την άλλη μεριά η παραλία Καρβουνόλακα. Για όσους αγαπούν τις ερημικές γωνιές.

Στην περιοχή ενοικιαζόμενα δωμάτια προσφέρουν δυνατότητες για διαμονή και ταβέρνες εξασφαλίζουν το καλό φαγητό.

Νότια από τη Μύρινα η ακτογραμμή μέχρι τη νοτιοδυτική άκρη της Λήμνου και σε όλη τη νότια ακτή του δυτικού της τμήματος εκτείνεται με αλλεπάλληλους μικρούς και μεγάλους όρμους. Στους περισσότερους μας περιμένουν φιλόξενες παραλίες.
Η περιοχή, όλο και πιο ανεπτυγμένη τουριστικά, προσφέρει όλες τις δυνατότητες για διαμονή και αναψυχή. Κοντά στις ακτές βρίσκονται ωραίοι οικισμοί με ιστορία και παράδοση, που διακρίνονται στα πέτρινα σπίτια, τα τοπικά μουσεία, τις εκκλησίες και τα κατάλοιπα από άλλες εποχές.



Πρώτος σταθμός μας το Πλατύ. Σε 3,5 χιλιόμετρα από τη Μύρινα, βρίσκεται πάνω από τον ομώνυμο όρμο στη νότια πλευρά της δυτικής ακτής. Ο όρμος κλείνεται βόρεια από το ακρωτήριο Διαβάτης και νότια από τη χερσόνησο που καταλήγει στο ακρωτήριο Τηγάνι, το νοτιοδυτικό άκρο της Λήμνου. Το πλατύ στόμιό του έχει δώσει το όνομα στην περιοχή και τον οικισμό.

Το Πλατύ είναι χτισμένο σε υψόμετρο 60 μέτρα και έχει θαυμάσια θέα προς τη χερσόνησο του Άθω. Στα κοινοτικά έγγραφα του 19ου αιώνα αναφέρεται με το όνομα ο Πλατύς, αλλά το 1918 έχει εγγραφεί επίσημα ως το Πλατύ και από τότε λέγεται έτσι. Αρχικά βρίσκεται πιο κοντά στη θάλασσα και έχει λίγα σπίτια. Αλλά μεταφέρεται στο λόφο για μεγαλύτερη ασφάλεια. Η καταγωγή του είναι βυζαντινή. Αναφέρεται πρώτη φορά το 1355 σε αυτοκρατορικό χρυσόβουλο, με το οποίο δωρίζεται στη μονή Φιλοθέου του Αγίου Όρους.
Μεταπολεμικά το Πλατύ, όπως και άλλα χωριά του νησιού, πλήττεται από τη μετανάστευση. Ο πληθυσμός του μειώνεται, αλλά η τουριστική ανάπτυξη τού έχει δώσει νέα πνοή.
Ο περίπατος μάς οδηγεί στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, που έχει χτιστεί το 1857 σε ρυθμό βασιλικής. Θαυμάζουμε το ξυλόγλυπτο τέμπλο με τις αγιογραφίες του Ευστράτιου Ίμβριου και ολοκληρώνοντας την βόλτα καταλήγουμε στην ωραία πλατεία με μπαράκια και στέκια για τσίπουρο, ουζάκι και μεζέ.

Κατευθυνόμαστε προς την παραλία. Ο δρόμος μέσα από το χωριό είναι αρκετά στενός γι'αυτό συνήθως είναι καλύτερα να βγούμε στην νέα οδό, αν είμαστε ήδη στο χωρίο, και από εκεί να κατευθυνθούμε προς τον όρμο.
Στο μυχό του όρμου, από τη μια ώς την άλλη άκρη, απλώνεται μια θαυμάσια παραλία με αμμουδιά, οργανωμένη, με δυνατότητες για θαλάσσια σπόρ. Είναι από τις πιο ωραίες και πιο φημισμένες παραλίες του νησιού και έχει πάντα κίνηση και ζωντάνια. Όχι μόνο επειδή η Μύρινα είναι πολύ κοντά, αλλά και διότι όλη η γύρω περιοχή είναι ανεπτυγμένη τουριστικά με ξενοδοχεία και άλλες τουριστικές μονάδες. Κοντά στην ακτή λειτουργεί το μεγάλο ξενοδοχείο Lemnos Village. Φημισμένες είναι και οι ψαροταβέρνες της παραλίας.

Στη νότια πλευρά βρίσκεται το λιμανάκι του όρμου. Ο όρμος είναι ασφαλές αγκυροβόλιο και το λιμάνι του θεωρείται σε χάρτες του 16ου και του 17ου αιώνα ένα από τα τέσσερα κύρια λιμάνια του νησιού. Την οθωμανική εποχή ονομάζεται Πασά - Λιμάν, επειδή σ' αυτό αράζει το πλοίο του πασά του νησιού. Το 1770 αποβιβάζεται εδώ ο Χασάν πασάς με τους άνδρες του και πηγαίνει στη Μύρινα για να διώξει τους Ρώσους του Αλέξιου Ορλώφ, που πολιορκούν την πόλη.
Στα αριστερά που βρίσκεται η είσοδος του ξενοδοχείου, η άσφαλτος σταματά και δεξιά συνεχίζει χωματόδρομος. Αν επιλέξουμε αυτόν τον δρόμο, θα μας οδηγήσει σε μία από τις ωραιότερες παραλίες της νοτιοδυτικής Λήμνου, στον Πλαγίσιο Μώλο.

Νοτιοανατολικά από το Πλατύ ο δρόμος μας φέρνει στο Θάνος, χτισμένο σε υψόμετρο 50 μέτρων στους πρόποδες του λόφου Κόφινας. Βορειότερα, στο λόφο Κάκκαβος, υπάρχει το παλιό εκκλησάκι της Παναγίας της Κακκαβιώτισσας, μετόχι το 1305 της μονής Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους. Για τους φίλους της πεζοπορίας απέχει τρία χιλιόμετρα από το δρόμο.


Νότια από τον οικισμό στο μυχό ενός μικρού όρμου απλώνεται η ομώνυμη παραλία, ιδιαίτερα όμορφη και φιλόξενη. Είναι κι αυτή από τις αγαπημένες παραλίες του νησιού και αποτελεί το επίκεντρο μιας περιοχής οργανωμένης τουριστικά. Υπάρχουν ενοικιαζόμενα δωμάτια, ταβέρνες, καφέ και μπαράκια.

Ο δρόμος συνεχίζεται ανατολικά από το Θάνος περνώντας κοντά από την ακτή στον όρμο του Αγίου Παύλου. Εδώ υπάρχει μια άλλη θαυμάσια παραλία με λεπτή άμμο, ο Νεβγάτης. Συγκεντρώνει κι αυτή πολλές προτιμήσεις. Εκτείνεται σε δύο χιλιόμετρα και γύρω της υπάρχουν ταβέρνες και μπαράκια. Στην περιοχή υπάρχουν, επίσης, ενοικιαζόμενα δωμάτια.

Ο παραδοσιακός Κοντιάς

Μετά την παραλία του Νεβγάτη ο δρόμος στρέφεται βόρεια και μετά βορειονατολικά. Οδηγεί στον Κοντιά, για πολλούς το ωραιότερο χωριό της Λήμνου. Νότια ο όρμος του Κοντιά, μακρόστενος, μπαίνει βαθιά στη στεριά.
Στην είσοδο του οικισμού μας υποδέχονται δύο αναπαλαιωμένοι πέτρινοι ανεμόμυλοι. Προοίμιο στην παραδοσιακή ατμόσφαιρα του οικισμού. Τη νιώθουμε από την πρώτη στιγμή περνώντας μπροστά από τα πέτρινα σπίτια, αναπαλαιωμένα τα περισσότερα. Πολλά ήταν αρχοντικά παλιών εύπορων πλοιοκτητών.

Ο Κοντιάς είναι από τα χωριά της Λήμνου που έχουν βυζαντινή καταγωγή. Αρχίζει τη ζωή του ως μετόχι της μονής Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους. Απογραφικό έγγραφο της μονής για την περίοδο 1316 - 1329 αναφέρει το «Παλαιοκάστελλον του Κοντέα». Το 1346 οι μοναχοί υπόσχονται να ξαναχτίσουν ένα ερειπωμένο κάστρο και να φροντίσουν για την εγκατάσταση κατοίκων με αντάλλαγμα την εκμετάλλευση της γης. Το μετόχι έχει κτήματα και αμπέλια και στην ακτή Εκβάτης, που σήμερα λέγεται Εβγάτης ή Νεβγάτης. Ο οικισμός κάνει τα πρώτα του βήματα γύρω από το κάστρο που βρίσκεται στον κοντινό λόφο Άγιος Αθανάσιος, όπως δείχνουν τα κατάλοιπα οχύρωσης και δεξαμενής.

Περιηγητές αναφέρουν ότι στα μέσα του 16ου αιώνα στον όρμο του Κοντιά αγκυροβολούν πολλά πλοία περιμένοντας ευνοϊκές συνθήκες για να περάσουν τα στενά του Ελλήσποντου. Το λιμάνι αναφέρεται και αργότερα, προφανώς επειδή παραμένει σημαντικό. Στον όρμο αγκυροβολεί το 1770 ένα μέρος του ρωσικού στόλου, που έρχεται υπό τον Αλέξιο Ορλώφ για να πάρει τη Λήμνο από τους Τούρκους χωρίς επιτυχία τελικά.
Η πρώτη αναφορά του οικισμού στη σημερινή του θέση γίνεται το 1785. Από τότε ο Κοντιάς είναι ένα από τα μεγαλύτερα χωριά του νησιού. Αλλά και ένα από τα επτά μετόχια μοναστηριών που υπάρχουν στη Λήμνο. Θα χρειαστεί να έρθει το 1924 για να απαλλοτριωθούν οι εκτάσεις του και να μοιραστούν σε ακτήμονες.

Στα χρόνια του μεσοπολέμου ο Κοντιάς αναπτύσσεται οικονομικά και ο πληθυσμός του αυξάνεται, ενώ οι ομογενείς ενισχύουν από το εξωτερικό τη γενέτειρά τους. Μεταπολεμικά πλήττεται από τη νέα μετανάστευση, αλλά διατηρεί την φυσιογνωμία του και την πολιτιστική του παράδοση. Ένας περίπατος αρκεί για να το καταλάβουμε. Ένας περίπατος αισθητική απόλαυση ανάμεσα στα πέτρινα σπίτια.
Δύο πέτρινες βρύσες με υπόστεγο, η Καλή Βρύση και ο Τσίκουλας, έχουν χτιστεί το 1910. Η μικρή εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Πρόδρομου του 16ου αιώνα μοιάζει με φρούριο. Στο εσωτερικό της μπορούμε να θαυμάσουμε παλιές εικόνες. Πριν από μερικές δεκαετίες λειτουργούσε ως μουσείο. Μια άλλη ωραία εκκλησία είναι ο Άγιος Δημήτριος. Έχει χτιστεί το 1867 και το πέτρινο καμπαναριό της αργότερα.

Στον Κοντιά μάς περιμένει όλους μια έκπληξη. Ιδιαίτερα τους φιλότεχνους Από τον Αύγουστο του 2007 λειτουργεί σε ένα ωραίο αναπαλαιωμένο πέτρινο κτίριο η Πινακοθήκη Σύγχρονης Βαλκανικής Τέχνης. Η πρωτοβουλία ανήκει στο Σύλλογο των ανθρώπων του Κοντιά που ζουν στην Αθήνα. Ο Σύλλογος διοργάνωσε το 1999 και το 2001 δύο συμπόσια ζωγραφικής με καλλιτέχνες από τις χώρες των Βαλκανίων, οι οποίοι χάρισαν έργα τους για τη δημιουργία της Πινακοθήκης. Ακολούθησε η αγορά του κτιρίου και η αναπαλαίωσή του. Στον Σύλλογο ανήκει, επίσης, η πρωτοβουλία για την αναπαλαίωση των δύο ανεμόμυλων που μας υποδέχονται στην είσοδο του οικισμού.

Βόρεια από τον Κοντά υπάρχει μια μικρή τεχνητή λίμνη, που έχει δημιουργηθεί με την κατασκευή φράγματος στον χείμαρο Χαντριάς. Είναι άλλος ένας υγροβιότοπος του νησιού, όπου βρίσκουν καταφύγιο πολλά πουλιά.
Στη θέση Τροχαλιά στην βορειοανατολική πλευρά του οικισμού έχουν ανακαλυφθεί κατάλοιπα προϊστορικής εγκατάστασης της Εποχής του Χαλκού. Ίχνη προϊστορικής εγκατάστασης έχουν βρεθεί και στο Βριόκαστρο στο μυχό του όρμου ανατολικά από το λιμανάκι του Αγίου Ιωάννη. Κοντά υπάρχουν ερείπια μεσαιωνικού κάστρου.

Τα τελευταία χρόνια ο Κοντιάς προσελκύει όλο και μεγαλύτερο τουριστικό ενδιαφέρον. Κι αυτό οφείλεται από τη μια στο γεγονός ότι διατηρεί την παραδοσιακή του φυσιογνωμία και από την άλλη στις θαυμάσιες παραλίες στον όρμο του. Στην περιοχή λειτουργούν ενοικιαζόμενα δωμάτια. Στο ποτοποιείο του Δημοσθένη Μαγιά παράγεται από παλιά το ούζο «Κοντιάς», καθώς και τσίπουρο και κρασί.

Το Διαπόρι και ο Φακός

Ένας δρόμος νοτιοανατολικά από τον Κοντιά μάς φέρνει στην ανατολική πλευρά του μυχού του όρμου του. Φτάνουμε σε έναν στενό ισθμό. Μια λωρίδα γης που ενώνει τη νότια ακτή με τη χερσόνησο του Φακού, που μοιάζει με μεγάλο νησί κρεμασμένο στη νότια πλευρά της Λήμνου - και ίσως κάποτε ήταν νησί.

i

Βρισκόμαστε στο Διαπόρι. Το όνομα εξηγεί τι είναι αυτό το στενό κομμάτι γης. Η λέξη προέρχεται από την αρχαία ελληνική γλώσσα και είναι σύνθετη. Αποτελείται από τις λέξεις «διά» και «πόρος» και σημαίνει «δίοδος», πέρασμα.
Το πέρασμα έχει πλάτος από 400 ώς 800 μέτρα. Το έδαφος είναι αμμώδες. Έχει σχηματιστεί κατά ένα μέρος από προσχώσεις χειμάρων κι αυτό, σε συνδυασμό με το ότι το επίπεδό του είναι χαμηλό, οδηγεί στην υπόθεση ότι κάποτε ήταν πιο στενό, άρα η χερσόνησος του Φακού ήταν νησί. Μια αναφορά του 2ου αιώνα μ.Χ. λέει ότι ήταν νησί και είχε οχύρωση. Ως νησί σημειώνεται σε χάρτες του 1418 και του 1588. Στον πρώτο μάλιστα με το όνομα Άγιος Αντώνιος. Σε χάρτη του 1785 ένα λιμανάκι δυτικά, στο μυχό του όρμου του Κοντιά, ονομάζεται Άγιος Αντώνιος. Εκεί κοντά υπάρχει σήμερα ένα εκκλησάκι αφιερωμένο στον Άγιο Αντώνιο.

Ανατολικά σχηματίζεται ο όρμος Βουρλίδια, που ανοίγεται στον Κόλπο του Μούδρου. Χώρος μαγευτικός. Ο στενός ισθμός, η θάλασσα από τη μια και την άλλη πλευρά και το μικρό ψαροχώρι στο βάθος του όρμου. Στο λιμανάκι ψαροκάικα και καρνάγια. Στο μικρό μώλο φίλοι του ψαρέματος απολαμβάνουν το χόμπι τους. Η ταβέρνα στην γωνία του δρόμου απλώνει δίπλα στην ακτή τα τραπέζια της. Ευρυχωρία και καλό φαγητό με τα ψάρια και τα θαλασσινά στην πρωτοκαθεδρία. Όλα σε αφθονία.
Στο λιμανάκι μια πινακίδα μας πληροφορεί ότι εδώ κοντά υπάρχει υγροβιότοπος και ένας χάρτης μάς δείχνει πώς θα φτάσουμε. Είναι μια αβαθής λιμνοθάλασσα, που σχεδόν ξεραίνεται το καλοκαίρι. Καταφύγιο για πουλιά που ξεχειμωνιάζουν ή αναπαράγονται εδώ. Ανάλογα με την εποχή μπορούμε να δούμε φλαμίνγκο, χαλκόκοτες, ερωδιούς, πάπιες και άλλα είδη. Δεν λείπουν οι νεροχελώνες.

i

Το Διαπόρι είναι και ιστορικός χώρος. Στην ακτή Βουρλίδια, αποβιβάζονται στις 8 Οκτωβρίου του 1912 τα ελληνικά αγήματα που απελευθερώνουν τη Λήμνο. Από τον Κοντιά και τα Τσιμάνδρια οι κάτοικοι υποδέχονται τους Έλληνες στρατιώτες και τους κατευθύνουν προς τη Μύρινα. Στο Διαπόρι αποβιβάζονται και το 1944 οι Έλληνες στρατιώτες, τμήμα του Ιερού Λόχου, που τερματίζουν τη γερμανική κατοχή.

Νότια από το Διαπόρι απλώνεται η χερσόνησος του Φακού. Υπάρχουν καλλιέργειες, βοσκοτόπια και μαντριά χαρακτηριστικά της λαϊκής αρχιτεκτονικής του νησιού, αλλά και πολλές φυσικές ομορφιές. Ειδικά για όσους αγαπούν την πεζοπορία . Σε ορισμένα σημεία μπορούμε να πάμε μόνο με τα πόδια. Δύο οικολογικές διαδρομές οδηγούν σε πολύχρωμους ηφαιστειακούς σχηματισμούς και απολιθώματα δέντρων.

Στον Φακό βρίσκουν καταφύγιο πολλά πουλιά - θαλασσοκόρακες, μαυροπετρίτες, κιρκινέζια, νησιώτικες πέρδικες και άλλα. Οι ακτές είναι απόκρημνες, αλλά στα δυτικά σχηματίζονται μερικές παραλίες. Η ωραιότερη είναι η παραλία Κόκκινα στη μέση της δυτικής ακτής. Ερημική, έχει πάρει το όνομά της από τα κόκκινα βράχια που τη στολίζουν. Τέσσερα χιλιόμετρα χωματόδρομος από το Διαπόρι.

Στα δύο άκρα της νότιας ακτής ξεμυτίζουν δύο καταπληκτικές μικρές χερσόνησοι. Στο νοτιοδυτικό άκρο ένας στενός ισθμός οδηγεί σε ένα μακρόστενο κομμάτι γης με το νησάκι Πράσο ή Πρασονήσι δυτικά. Νότια το ακρωτήριο της Αγίας Ευθυμίας ή Σταυρός έχει πάρει το όνομά του από δύο ξωκλήσια. Ανατολικά σε έναν όρμο η παραλία Αμπελίτες βλέπει το πέλαγος. Ακόμη πιο ανατολικά στη νότια ακτή ο όρμος Άλμπαρος με την παραλία Φακός. Στο νοτιοανατολικό άκρο του Φακού μια μακρόστενη λωρίδα γης ξεπροβάλλει από την ακτή. Στην άκρη της ένας φάρος και το ακρωτήριο Κουμπί αντικρύζουν το νησάκι Καστρί σηματοδοτώντας από τα δυτικά την είσοδο στον Κόλπο του Μούδρου.

Από τον Κοντιά ο κεντρικός δρόμος κατευθύνεται βορειοανατολικά. Δεξιά μας απλώνεται πανέμορφος ο Κόλπος του Μούδρου. Προορισμός η Νέα Κούταλη στην βορειοδυτική ακτή του. Αλλά ενδιάμεσα έχουμε να κάνουμε μερικές στάσεις

i .

Μετά τον Κοντιά μια διακλάδωση δεξιά μάς φέρνει στα Τσιμάνδρια, το χωριό των κεχαγιάδων, όπως λέγονται από παλιά οι κτηνοτρόφοι που κουμαντάρουν τα μαντριά του νησιού. Ο δρόμος, ένα χιλιόμετρο και κάτι, μοιάζει με χώρο υποδοχής. Ψηλά δέντρα τον σκεπάζουν από τη μια και την άλλη πλευρά. Το χωριό είναι γνωστό για την προσφορά του στη διατήρηση της παράδοσης. Ο πολιτιστικός σύλλογος «Οι Κεχαγιάδες» φροντίζει να μένει ζωντανή η παραδοσιακή μουσική, ο χορός και το τραγούδι και να διατηρούνται οι τοπικές φορεσιές του νησιού.

Η διατήρηση της παράδοσης υπηρετείται και σε ένα κοντινό χωριό. Επιστρέφουμε στον κεντρικό δρόμο και λίγο πιο πάνω αριστερά συναντάμε το Πορτιανού. Εδώ λειτουργεί λαογραφικό μουσείο σε ένα διώροφο οίκημα. Στους χώρους του μπορούμε να δούμε πώς είναι και τι περιλαμβάνει το παραδοσιακό σπίτι της Λήμνου. Βλέπουμε, επίσης, παραδοσιακές φορεσιές, αργαλειούς, γεωργικά εργαλεία και πολλά άλλα που θυμίζουν την καθημερινή ζωή τα παλιότερα χρόνια.

i

Συνεχίζουμε στον κεντρικό δρόμο βορειοανατολικά. Πιο πάνω, αριστερά από τον κεντρικό δρόμο, είναι οι Αγκαριώνες. Η θέα στον κόλπο του Μούδρου είναι μαγευτική. Εδώ έχουν βρεθεί ίχνη προϊστορικής εγκατάστασης, αλλά και εγκατάστασης των ελληνιστικών χρόνων. Κατάλοιπα ελληνιστικών χρόνων έχουν βρεθεί και στο Πορτιανού και στο Διαπόρι. Βρισκόμαστε σε μία από τις περιοχές του νησιού που κατά τους αρχαιολόγους την Ελληνιστική Εποχή είναι πυκνοκατοικημένη από αγρότες.

Φτάνουμε στη Νέα Κούταλη, έναν οικισμό στη δυτική πλευρά του μυχού του κόλπου του Μούδρου, με ιστορία σαν παραμύθι. Έχει χτιστεί το 1926 για τους πρόσφυγες που έρχονται διωγμένοι από την Κούταλη της Προποντίδας, στην Κωνσταντινούπολη.

Η Κούταλη της Προποντίδας είναι ένα νησάκι με δύο μίλια μήκος, μισό μίλι πλάτος και έκταση μόλις τρία τετραγωνικά χιλιόμετρα - ένα από τα τέσσερα κατοικημένα νησάκια της Προποντίδας που λέγονται νησιά του Μαρμαρά. Στην αρχαιότητα ονομάζεται Κύταλις και από τον 7ο αιώνα π.Χ. είναι αποικία της φημισμένης πόλης Μίλητος της Μικράς Ασίας.
Στην Κούταλη, που σήμερα ονομάζεται Εκινλίκ, ζουν μέχρι το 1923 μόνο Έλληνες, με τα σχολεία τους και τις εκκλησίες τους. Είναι 1.850, οι περισσότεροι ναυτικοί. Από τα μέσα του 19ου αιώνα έχουν δικά τους ναυπηγεία και σταδιακά ασχολούνται όλο και περισσότερο με την αλιεία και τη σπογγαλιεία. Οι ψαράδες του νησιού γίνονται οι βασικοί τροφοδότες της Κωνσταντινούπολης και τα σφουγγαράδικα φέρνουν πλούτο. Η Κούταλη αναδεικνύει σημαντικές προσωπικότητες τον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα. Εδώ έχει γεννηθεί το 1847 ο Παναγής Κουταλιανός, ο αρσιβαρίστας και παλαιστής που γίνεται διάσημος για τη δύναμή του και εκπλήσσει τον κόσμο στις περιοδείες του.

Το 1915, στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι κάτοικοι υποχρεώνονται να εγκαταλείψουν το νησί μέσα σε έξι ώρες, επειδή γίνεται στρατώνας. Tο 1923 μετά τη μικρασιατική καταστροφή υποχρεώνονται να τα εγκαταλείψουν όλα. Ορίζεται να έρθουν στη Λήμνο. Φορτώνουν τα υπάρχοντά τους στα καΐκια τους και έρχονται με αυτά στη νέα τους πατρίδα προκαλώντας τον γενικό θαυμασμό.

Ζουν σε προσφυγικούς οικισμούς και το 1926 εγκαθίστανται στη Νέα Κούταλη. Ξαναρχίζουν για μια ακόμη φορά τη ζωή τους φυλάγοντας στην εκκλησία τους κειμήλια και εικόνες από την Κούταλη και διατηρώντας τις παραδόσεις τους. Φυτεύουν στην Αγία Τριάδα στα βόρεια του οικισμού πεύκα και στις αυλές των σπιτιών τους τριανταφυλλιές και γεράνια. Και ξαναπιάνουν τη δουλειά που ξέρουν καλά. Τη θάλασσα.
Εκτός από λίγους αγρότες οι άλλοι είναι ναυτικοί, ψαράδες και σφουγγαράδες. Στην αρχή χρησιμοποιούν τα σφουγγαράδικα καΐκια που έχουν φέρει στη Λήμνο, τους «μπότηδες» όπως λέγονται, και μετά μεγαλύτερα τρεχαντήρια, του «αχταρμάδες», φτιαγμένα στην Ύδρα, την Κάλυμνο, τη Σύμη και τον Πειραιά ειδικά για τους σφουγγαράδες που καταδύοναι με σκάφανδρο, όπως οι Κουταλιανοί.
Το 1938 ταξιδεύουν 18 σπογγαλιευτικά και 50 δύτες. Η Νέα Κούταλη εξάγει 700 οκάδες σφουγγάρια το χρόνο με αξία 4 εκατομμύρια δραχμές. Υπάρχουν, επίσης, τέσσερα εμπορικά πετρελαιοκίνητα σκάφη και τρία ιστιοφόρα, ενώ επιβατικές λέμβοι πάνε και έρχονται καθημερινά στο Μούδρο στην απέναντι πλευρά του κόλπου.

Μεταπολεμικά η σπογγαλιεία εξακολουθεί για καιρό να αποδίδει και η Νέα Κούταλη είναι από τα λίγα χωριά της Λήμνου που δεν πλήττονται από τη μετανάστευση. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 υπάρχουν τριανταπέντε «αχταρμάδες». Αλλά τη δεκαετία του 1980 η σπογγαλιεία αρχίζει να αντιμετωπίζει προβλήματα και να χάνεται. Τη θυμίζει, όμως, το θαυμάσιο μουσείο που έχει δημιουργηθεί στη Νέα Κούταλη. Και ένα εργαστήριο καθαρισμού σφουγγαριών που εξακολουθεί να λειτουργεί.

Η Νέα Κούταλη είναι χτισμένη αμφιθεατρικά βλέποντας τον κόλπο του Μούδρου.
Λειτουργούν ενοικιαζόμενα δωμάτια, ενώ πολλοί είναι οι επισκέπτες. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνει ο υγροβιότοπος που σχηματίζεται σε ορισμένα αβαθή σημεία του όρμου της Νέας Κούταλης.
Επισκεπτόμαστε την εκκλησία της Αγίας Μαρίνας. Και βέβαια, το Μουσείο Ναυτικής Παράδοσης και Σπογγαλιείας, που λειτουργεί από τον Ιούλιο του 2006. Εκτός από αυτά που λέει το όνομά του παρουσιάζει και αρχαιολογικό ενδιαφέρον.

Το μουσείο είναι ανοιχτό τις καθημερινές από τις δέκα το πρωί μέχρι τις δύο το μεσημέρι και τις Κυριακές και τις γιορτές από τις δέκα και μισή μέχρι τις δυόμισι. Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο λειτουργεί και το βραδάκι από τις επτά μέχρι τις εννιά. Κάθε Δευτέρα είναι κλειστό.
Φωτογραφίες και κειμήλια κρατούν ζωνταντό το παρελθόν. Έχουμε μπροστά μας μακέτες και ομοιώματα καΐκιών, τον εξοπλισμό των δυτών, τα εργαλεία και τα μηχανήματα για την επεξεργασία των σφουγγαριών και πολλά άλλα.
Σε έναν ιδιαίτερο χώρο μας περιμένει μια ωραία έκπληξη. Στις προθήκες υπάρχουν αρχαίοι αμφορείς. Είναι ένα μέρος από την αρχαιολογική συλλογή που έχει δημιουργηθεί με τα αντικείμενα που έχουν συλλέξει οι σφουγγαράδες της Νέας Κούταλης από τα βάθη της θάλασσας.

Η συλλογή αποτελείται από 106 αντικείμενα, κυρίως εμπορικούς αμφορείς διαφόρων ειδών από περιοχές του Αιγαίου και της Μεσογείου - τη Θάσο, τη Λέσβο, τη Χίο, τη Ρόδο, την Κόρινθο και τις ακτές Αιγύπτου, της Αδριατικής και της Ισπανίας. Υπάρχουν, επίσης, άλλα κεραμικά, εξαρτήματα από άγκυρες και διάφορα μικρά αντικείμενα από αρχαία ναυάγια. Τα ευρήματα χρονολογούνται από την Αρχαϊκή Εποχή τον 7ο αιώνα π.Χ. μέχρι το τέλος της Βυζαντινής Εποχής τον 15ο αιώνα.

Αν η αφετηρία των εξορμήσεών μας είναι η Μύρινα και είναι ώρα να επιστρέψουμε, αντί να πάρουμε από τη Νέα Κούταλη πάλι το δρόμο της νότιας ακτής, μπορούμε να βγούμε στον κεντρικό δρόμο που διασχίζει κατά πλάτος το νησί. Υπάρχουν άλλα ενδιαφέροντα να δούμε σ' αυτήν τη διαδρομή.

Από τη Νέα Κούταλη σε πολύ λίγο φτάνουμε στην Καλλιθέα, οικισμό κοντά στην ακτή με ωραία θέα στον κόλπο του Μούδρου. Σε μικρή απόσταση, στη θέση Αλεξόπυργος, έχουν ανακαλυφθεί ίχνη προϊστορικής εγκατάστασης.

Ο δρόμος στρίβει αριστερά. Δεν γίνεται διαφορετικά. Μπροστά μας απλώνεται το αεροδρόμιο της Λήμνου. Σε ενάμισι χιλιόμετρο φτάνουμε στη διασταύρωση με τον κεντρικό δρόμο. Εδώ είναι το Λιβαδοχώρι. Δύο μεγάλες ταβέρνες έχουν συχνά ζωντανό πρόγραμμα και πάντα κίνηση. Δεξιά ο δρόμος πηγαίνει στο αεροδρόμιο και μετά στο κεντρικό και το ανατολικό τμήμα του νησιού. Εμείς στρίβουμε αριστερά προς τη Μύρινα και σε λίγο φτάνουμε στον Άγιο Δημήτριο, προσφυγικό οικισμό σαν τη Νέα Κούταλη.

Ο Άγιος Δημήτριος είναι φημισμένος για τα αμπέλια και τα σταφύλια του, το κρασί και το ούζο του. Το φθινόπωρο, όταν αρχίσουν να ζεσταίνονται τα καζάνια, το πιθανότερο είναι να τύχουμε σε κάποιο γλέντι κι αυτό σημαίνει καλωσόρισμα με φαγητό και κεράσματα.
Μερικά χιλιόμετρα και φτάνουμε σε μια διασταύρωση. Δεξιά μια διακλάδωση. Ένας δρόμος πηγαίνει δυτικά προς τον Κάσπακα. ΄Ενας άλλος βόρεια οδηγεί πολύ κοντά στον Κορνό, παραδοσιακό χωριό με ωραία σπίτια, γνωστό για τα γλυκά του. Μετά συνεχίζεται προς την βόρεια ακτή.

Ο κεντρικός δρόμος κατευθύνεται νότια και σε λιγότερο από ένα χιλιόμετρο μια πινακίδα μας δείχνει προς αριστερά στα Θέρμα. Μια από τις ωραιότερες περιοχές της Λήμνου, όπου κάποιοι μπορούν, αν χρειάζεται, να φροντίσουν για την υγεία τους και οι υπόλοιποι να χαλαρώσουμε και να αναζωογοννηθούμε.

Τα Θέρμα είναι οι ιαματικές πηγές της Λήμνου. Απέχουν μόλις 5 χιλιόμετρα από τη Μύρινα. Βρίσκονται σε υψόμετρο 100 μέτρα, ανάμεσα σε τρεις λόφους, μέσα στα πλατάνια. Το ιαματικό νερό βγαίνει από δύο πηγές σε βάθος 1200 μέτρων.
Κατά την ορολογία του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, που έχει κάνει σχετική έρευνα, «τα νερά της ιαματικής πηγής Θέρμων είναι μεσόθερμα, 39 - 43 βαθμών Κελσίου, μετεωρικά, ολιγομεταλλικά και υπότονα.» Συνιστώνται για λουτροθεραπεία σε όσους υποφέρουν από ρευματοπάθειες, αρθροπάθειες, αρθρίτιδα, οστεοπόρωση, σπονδυλοαρθρίτιδα. Συνιστάται, επίσης, να πίνεται το νερό από όσους έχουν λίθους στα νεφρά ή τη χολή.

Τα Θέρμα είναι γνωστά από πολύ παλιά, από τα ομηρικά χρόνια. Δεν λείπει και η μυθολογία. Όταν ο Δίας ρίχνει τον Ήφαιστο από τον Όλυμπο κι αυτός πέφτει στη Λήμνο, οι πρώτοι κάτοικοί της, οι Σιντίες, τον φέρνουν στα Θέρμα για να θεραπεύσει τις πληγές του. Δεξαμενές και κατάλοιπα κτιρίων δείχνουν ότι οι ιαματικές πηγές χρησιμοποιούνται τα ρωμαϊκά και βυζαντινά χρόνια.

Σύμφωνα με τους περιηγητές του 16ου αιώνα λειτουργούν λουτρά τουλάχιστον από το 1548. Από εκείνη την εποχή διακρίνουμε σήμερα ένα μικρό δωμάτιο για αποδυτήρια και έναν θολωτό θάλαμο με πέτρινη μπανιέρα. Σε χάρτη του 1588 ένας δρόμος φτάνει από τη Μύρινα στις Θέρμες και συνεχίζεται προς τον κοντινό λόφο του Προφήτη Ηλία και το ανατολικό τμήμα της Λήμνου. Οι παλιότεροι λένε ότι αυτός ο δρόμος χρησιμοποιείται μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.

Το 1780 ο Χασάν πασάς Τζεζάερλι κατασκευάζει το κεντρικό κτίριο και κοινόχρηστους λουτήρες. Σε επιγραφή αναφέρεται ότι «οι θερμές ιαματικές πηγές της Λήμνου με το νερό τους χάρισαν θεραπεία και υγεία εις τον αιώνα μας.» Άλλη επιγραφή λέει ότι τα λουτρά ανακαινίζονται το 1839. Άλλες μέρες τα χρησιμοποιούν οι άνδρες και άλλες οι γυναίκες. Κείμενο του 1898 περιγράφει ότι οι γυναίκες έρχονται πάνω στα γαϊδούρια τους φορώντας ρόμπες που κυματίζουν. Στα χρόνια του μεσοπολέμου πολλές οικογένειες έρχονται από τη Μύρινα τα Σάββατα για να κάνουν το λουτρό τους.

Αποφασίζουμε να χαλαρώσουμε και δεν το μετανιώνουμε. Σήμερα στα Θέρμα η παράδοση συνδυάζεται με τον εκσυγχρονισμό. Υπάρχει το Therma Spa, Κέντρο ευεξίας και αναζωογόννησης, ένα οργανωμένο συγκρότημα.
Λουτροθεραπεία στις κατάλληλες εγκαταστάσεις, πηλοθεραπεία με «Λημνία Γη», ακόμη και μασάζ διαφόρων ειδών και αισθητική. Η αναζωογόννηση συμπληρώνεται με την κατάλληλη διατροφή. Στο αναψυκτήριο του κέντρου, κάτω από πανύψηλα πλατάνια, σερβίρονται πιάτα, στα οποία σημαντική συνεισφορά έχουν τοπικά προϊόντα της Λήμνου, όπως το φλομάρι, το μελίπαστο και το περίφημο τυρί καλαθάκι Λήμνου. Ωραίες στιγμές ηρεμίας σε ειδυλλιακό περιβάλλον.

Στον περίπατό μας συναντάμε παλιές κρήνες. Έχουν κατασκευαστεί το 1908 με δωρεά του ομογενή από την Αίγυπτο Δημήτριου Χάμου. Πολλοί έρχονται σε κάθε ευκαιρία για να πιουν νερό και να πάρουν μαζί τους.
Συνεχίζουμε τον περίπατο νοτιοανατοικά στον λόφο του Προφήτη Ηλία. Στην κορυφή του στα 356 μέτρα βρίσκεται το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία, χτισμένο το 1872 και αναπαλαιωμένο το 2001. Μας λένε ότι στο πανηγύρι του στις 20 Ιουλίου πολλοί ανεβαίνουν με τα πόδια από την παραμονή και χαίρονται το ξημέρωμα την ανατολή του ήλιου απολαμβάνοντας τη θέα.

Στο μέσο της βόρειας ακτής στο βορειοδυτικό τμήμα του νησιού υπάρχει μια από τις πιο ωραίες και πιο παράξενες περιοχές όχι μόνο της Λήμνου, αλλά και όλης της Ελλάδας, νησιωτικής και ηπειρωτικής. Είναι οι περίφημες Παχιές Αμμουδιές, μια έκταση με αμμοθίνες που έχει ονομαστεί η «Σαχάρα της Ευρώπης».

Η περιοχή έχει και άλλες ομορφιές. Για να φτάσουμε εδώ πρέπει να περάσουμε από το χωριό Κατάλακκο ή Κατάλακκος, όπου τελειώνει ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος. Αν ξεκινήσουμε από τη Μύρινα, παίρνουμε το δρόμο βόρεια, περνάμε από τον Κορνό, τις Σαρδές και τη Δάφνη και φτάνουμε στο Κατάλακκο. Στη Δάφνη μπορούμε να έρθουμε και από την ανατολική Λήμνο περνώντας από τον μεγάλο οικισμό Ατσική.

Μετά τον Κορνό, σε υψόμετρο 160 μέτρα, ο δρόμος ανηφορίζει βορειοανατολικά με αρκετές στροφές. Στις Σαρδές, σε υψόμετρο 210 μέτρα, υπάρχει το καλύτερο μέλι, όπως λένε πολλοί. Η περιοχή ολόγυρα είναι γεμάτη θυμάρια. Βορειοανατολικά η Δάφνη είναι χτισμένη αμφιθεατρικά σε υψόμετρο 150 μέτρα. Και εδώ τα υψώματα είναι γεμάτα θυμάρια. Κάνουμε ένα περίπατο στα στενά δρομάκια του χωριού, επισκεπτόμαστε την ωραία εκκλησία των Αγίων Αναργύρων και συνεχίζουμε για το Κατάλακκο.

Το Κατάλακκο, βορειοδυτικά από τη Δάφνη, βρίσκεται σε υψόμετρο 140 μέτρα στο βάθος μιας ρεματιάς. Γι' αυτό και λέγεται Κατάλακκο, επειδή δίνει την εντύπωση ότι είναι χτισμένο σε λάκκο.
Βλέπουμε το χωριό όταν φτάνουμε στην άκρη της πλαγιάς που υψώνεται από πάνω του. Γραφικό, με στενά δρομάκια και ωραία σπίτια με αυλές, έχει δει τον πληθυσμό του να μειώνεται από τη μετανάστευση τη δεκαετία του 1960.
Η καταγωγή του είναι βυζαντινή. Θεωρείται πολύ πιθανό ότι αφετηρία του είναι ο οικισμός Καταπόταμον, που αναφέρεται σε απογραφικά έγγραφα της μονής Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους το 1284 και το 1355. Εδώ έρχονται να εγκατασταθούν λόγω των πειρατικών επιδρομών όσοι ζουν βόρεια, στην παραλία Γομάτι, καλλιεργώντας μοναστηριακά κτήματα. Στις αρχές του 14ου αιώνα η μονή έχει στην κατοχή της και άλλα κτήματα στην περιοχή κυρίως από δωρεές. Το 1928 τα κτήματά της, 4.000 στρέμματα έκταση, απαλλοτριώνονται και μοιράζονται στους κατοίκους του Κατάλακκου και των Σαργών.

Δυτικά από το Κατάλακκο, στον λόφο Παλιόκαστρο, σε ύψος 200 μέτρα, βρίσκεται ένα κάστρο, που έχει χτιστεί πιθανότατα μετά την βυζαντινή εποχή για να ελέγχει την πεδιάδα μέχρι την βόρεια ακτή. Φαίνεται ότι εκείνα τα χρόνια από το κάστρο επικοινωνούν με φρυκτωρίες σε πύργους και καστέλια χτισμένα κοντά στις ακτές, ώστε να προειδοποιούνται οι κάτοικοι έγκαιρα για τις πειρατικές επιδρομές.

Στην βόρεια ακτή η περιοχή γύρω από τον όρμο Γομάτι έχει κατοικηθεί έστω και αραιά από τα πολύ παλιά χρόνια. Ανατολικά από τον όρμο, στα Καστέλλια, υπάρχει ένα μεσαιωνικό κάστρο. Παλιότερα ονομαζόταν Παλαιόκαστρο του Σφουγγαρά. Σήμερα λέγεται Μικρό Καστέλλι. Εδώ έχουν ανακαλυφθεί ίχνη εγκαταστάσεων από τα προϊστορικά και τα αρχαϊκά χρόνια. Δυτικά από τον όρμο, στο ακρωτήριο Αγριλιά, που βλέπει απέναντι το νησάκι Σιδερίτης ή Σεργίτσι, έχουν εντοπιστεί ίχνη αγροτικών εγκαταστάσεων από τα κλασικά και ελληνιστικά χρόνια. Πάμε, όμως, πρώτα να δούμε όχι τα έργα των ανθρώπων, αλλά της Φύσης.

i

Από το Κατάλακκο παίρνουμε τον βατό χωματόδρομο προς τον βορρά. Σε μια διασταύρωση πινακίδες μας κατευθύνουν και μας δίνουν πληροφορίες. Μια μεγάλη πινακίδα στα ελληνικά και τα αγγλικά μας πληροφορεί ότι δεξιά σε 1.000 μέτρα είναι το Γομάτι (Gomati) και αριστερά σε 3.000 μέτρα οι Αμμοθίνες (Sand dunes). Επίσης, ότι στην περιοχή υπάρχουν οικολογικές διαδρομές (ecological routes).
Πού υπάρχουν όλα αυτά; Στο δρόμο αριστερά, στις Αμμοθίνες.

Παχιές Αμμουδιές λέγεται η περιοχή. Ο χωματόδρομος συνεχίζεται σχεδόν μέχρι το ακρωτήριο Αγριλιά. Το θέαμα καταπληκτικό. Μόνο με τα πόδια μπορούμε να το χαρούμε. Άμμος, άμμος και άμμος. Αμμόλοφοι και κοιλάδες άμμου. Κι εδώ κι εκεί θάμνοι και χαμηλή βλάστηση. Όλα αυτά που διαβάσαμε προηγουμένως.

Περπατάμε, θαυμάζουμε και αναρωτιόμαστε. Πώς έχει δημιουργηθεί αυτή η έκταση της άμμου; Από τη θάλασσα, βέβαια. Οι θίνες στην ακτογραμμή, που έχουν αμμόφιλη βλάστηση, κινούνται. Οι θίνες στο εσωτερικό, που έχουν ποώδη βλάστηση, είναι σταθερές. Στην πλαγιά ενός αμμόλοφου διακρίνουμε σκούρα σημάδια. Είναι μικροί σωροί από πέτρες. Όποιος ανεβαίνει τοποθετεί την πέτρα του. Ανεβαίνουμε και τοποθετούμε τη δική μας.

i

Ας το πούμε κι ας είναι αυτονόητο. Οι αμμοθίνες είναι οικότοποι και προστατεύονται από την κοινοτική οδηγία για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων και της άγριας πανίδας και χλωρίδας. Το επιβεβαιώνει μια άλλη πινακίδα που μας δίνει πληροφορίες για την πανίδα και τη χλωρίδα. Πανίδα: η νησιώτικη πέρδικα, ο τσαλαπετεινός, το τρυγόνι, το ορτύκι, ο πετρίτης, ο αιγαιόγλαρος, το γεράκι και ο κότσυφας. Βλέπουμε τα πουλιά σε φωτογραφίες με χρωματική σήμανση για την κατηγορία στην οποία ανήκουν, ποια είναι, δηλαδή, προστατευόμενα, ποια σπάνια και απειλούμενα. Χλωρίδα: η αμμόφιλη βλάστηση, η αγριαχλαδιά, το θυμάρι, η αγριλιά, η λυγαριά, η αστυφίδα, η πικροδάφνη και ο κρίνος της θάλασσας - το κρινάκι της θάλασσας, όπως το λένε όλοι, ή κρινάκι της Παναγίας.

Επιστρέφουμε. Καιρός να χαρούμε τη θάλασσα. Στη διασταύρωση παίρνουμε τον άλλο δρόμο για το Γομάτι. Λίγα λεπτά και μπροστά μας απλώνεται ο πανέμορφος όρμος. Όλη η δυτική πλευρά του είναι φιλόξενη παραλία. Όπως στις περισσότερες παραλίες της Λήμνου υπάρχει κι εδώ ένα μπαρ αναψυκτήριο. Ανατολικά, σε μικρή απόσταση, βρίσκεται το Μικρό Καστέλλι με τα μεσαιωνικά του κατάλοιπα και τα αρχαιολιγικά του ευρήματα και πιο κει ένας μικρός γραφικός όρμος με την παραλία του, την Φαλακρού. Πιο ανατολικά, σε κάποια απόσταση, υπάρχει ο όρμος Παπιάς, αλλά πρέπει να πάμε από άλλο δρόμο.

Περίπατοι στον ισθμό της Λήμνου

Ο ισθμός που ενώνει το δυτικό και το ανατολικό τμήμα της Λήμνου δεν είναι απλώς το πέρασμα από τη μια στην άλλη πλευρά του νησιού. Είναι μια εύφορη περιοχή με ωραίους οικισμούς και με τη θάλασσα βόρεια και νότια να της δίνει ξεχωριστή γοητεία. Στο μυχό του κόλπου Πουρνιάς στον βορρά βρίσκεται ο ιστορικός Κότσινας με την ωραία παραλία του να ζωντανεύει το καλοκαίρι. Στο μυχό του κόλπου του Μούδρου στο νότο είναι το αεροδρόμιο. Δυτικά απλώνεται η κεντρική πεδιάδα του νησιού με επίκεντρο την Ατσική.

Η Ατσική είναι ο μεγαλύτερος οικισμός στην περιοχή. Ένα από τα πιο παλιά και πιο πλούσια χωριά της Λήμνου. Η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη έχει το μεγαλύτερο καμπαναριό στο νησί. Τα βράδια η κίνηση είναι έντονη στα μπαράκια και τα κέντρα διασκέδασης της περιοχής.

Όσοι έχουμε εξερευνητική διάθεση πηγαίνουμε στο χωριό Προπούλι και από κει βόρεια. Στις παραλίες και τους όρμους στην βόρεια και την ανατολική ακτή του βορειοδυτικού τμήματος. Οι χωματόδρομοι είναι δύσκολοι και χρειάζονται το κατάλληλο μεταφορικό μέσο.

Πανέμορφη ακτή, παντού ξωκλήσια. Στην παραλία Τρυγή στο εκκλησάκι της Παναγίας γίνεται πανηγύρι στις 15 Αυγούστου. Η ωραιότερη περιοχή χωρίς αμφιβολία είναι το Φαρακλό. Παράξενοι γεωλογικοί σχηματισμοί, γλυπτά της Φύσης με καταπληκτικά χρώματα γεννημένα από ηφαιστειακή δράση. Και η θάλασσα που αφήνει το αλάτι στα βράχια.

Στο ανατολικό άκρο, πριν από το ακρωτήριο Τριγιές ή απλώς Ακρωτήριο, ένας μικρός όρμος είναι καλό αγκυροβόλιο για μικρά σκάφη. Υπάρχουν και άλλες μικρές παραλίες και θαλασσινές ομορφιές νότια στην ακτή που βλέπει από τα δυτικά τον κόλπο Πουρνιάς. Η περιπέτεια εξαρτάται από τον χρόνο που έχουμε στη διάθσή μας.

Δυτικά, στο δρόμο για τη Δάφνη, στη θέση Προγόμυλος έχουν εντοπιστεί ίχνη προϊστορικής εγκατάστασηςης. Ανατολικά, προς τον ισθμό, στο δρόμο προς το Καρπάσι, μπορούμε να επισκεφθούμε το οινοποιείο που λειτουργεί για επισκέψεις και ενημέρωση το Κτήμα Χατζηγεωργίου, γνωστό για τα βραβευμένα κρασιά του.
Στον ισθμό συναντάμε το Βάρος, γραφικό οικισμό σε μικρό ύψωμα με πέτρινα σπίτια, χαρακτηριστικά δείγματα της λαϊκής αρχιτεκτονικής του νησιού. Πολλά πέτρινα οικήματα αναδεικνύονται από μια μεγάλη πολυτελή ξενοδοχειακή μονάδα, που προσφέρει δυνατότητες για εναλλακτικό τουρισμό ενταγμένη στον οικιστικό χαρακτήρα του χωριού. Η εκκλησία των Εισοδίων της Θεοτόκου του 19ου αιώνα έχει ανακηρυχθεί διατηρητέο μνημείο. Είναι χαρακτηριστικό δείγμα της αρχιτεκτονικής των νησιών του Αιγαίου.

Στην περιοχή, όπως και πιο ανατολικά στον ισθμό, εξορύσσεται από παλιά η λημνία γη. Το θυμίζει ένα ύψωμα πάνω από το Βάρος που ονομάζεται Δεσπότης. Έχει πάρει το όνομά του από τον αξιωματούχο που διοικούσε το νησί στο τέλος της βυζαντινής εποχής και είχε τον τίτλο Δεσπότης της Λήμνου. Ο άρχοντας έλεγχε από το ύψωμα τον χώρο της εξόρυξης του πολύτιμου εκείνα τα χρόνια πηλού.

Εδώ κοντά υπάρχουν και ίχνη από κρατήρα ηφαιστείου. Πολλοί θεωρούν ότι πρόκεται για το ηφαίστειο Μόσχυλος της αρχαιότητας. Άλλοι λένε ότι είναι λίγο πιο ανατολικά. Προς τα κει βρίσκεται το Ρεπανίδι, άλλο ένα χωριό με βυζαντινή καταγωγή. Αναφέρεται σε μοναστηριακά έγγραφα από το 1285. Την οθωμανική εποχή η περιοχή έχει τόσες βελανιδιές, ώστε κάνει εξαγωγές σε βυρσοδεψεία της Δυτικής Ευρώπης. Κοντά βρίσκεται το εκκλησάκι του Σωτήρα. Εκεί γύρω είναι μια ακόμη περιοχή εξόρυξης της λημνίας γης.

Στη θάλασσα και την ιστορία του Κότσινα

Δυόμισι χιλιόμετρα βορειοανατολικά από το Βάρος και δύο χιλιόμετρα και κάτι βορειοδυτικά από το Ρεπανίδι, στο μυχό του όρμου Πουρνιάς, βρίσκεται ο Κότσινας - ή Κότσινος. Μικρό ψαροχώρι, σχεδόν χωρίς μόνιμους κατοίκους, θυμάται την πλούσια ιστορία του από την εποχή της βενετοκρατίας μέχρι την οθωμανική εποχή. Έρημο τον χειμώνα, ολοζώντανο το καλοκαίρι.


Ο μεγάλος κόλπος Πουρνιάς είναι ένα τρίγωνο. Η κάτω γωνία του μπαίνει βαθιά στη στεριά σχηματίζοντας έναν κλειστό όρμο, όπου βρίσκεται ο Κότσινας. Το άνοιγμα του κόλπου στην είσοδό του είναι 6 ναυτικά μίλια από το ακρωτήριο Φαλακρό δυτικά μέχρι το ακρωτήριο Σωτήρας ανατολικά. Η απόσταση από την είσοδο μέχρι τον μυχό είναι 4 ναυτικά μίλια. Στο μέσο της ανατολικής ακτής σχηματίζεται ο όρμος Τηγάνι. Στη νότια άκρη του είναι η αρχαία Ηφαιστία και στην βόρεια το ιερό των Καβείρων.

Ξαπλωμένοι στις ξαπλώστρες της παραλίας του Κότσινα, κάτω από τη σκιά της ομπρέλας, απολαμβάνουμε την ηρεμία του τοπίου. Το έχουμε ξεχάσει, αλλά είναι ευκαιρία να το πούμε. Στις παραλίες της Λήμνου δεν πληρώνουμε για τις ξαπλώστρες.
Η παραλία απλώνεται στη δυτική ακτή του κλειστού όρμου. Απέραντη αμμουδιά και θάλασσα σε ανοιχτό γαλάζιο με ολοκάθαρα ρηχά νερά. Τρία ταβερνάκια για καλό φαγητό. Και στο λιμανάκι μικρά σκάφη, καΐκια και ψαρόβαρκες. Εδώ έχουν τις βάρκες τους οι ψαράδες που ζουν στο Ρεπανίδι.
Δεξιά από το λιμανάκι, σε μια μικρή χερσόνησο που μπαίνει σαν μύτη στη θάλασσα, βρίσκεται η εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής. Προς τη θάλασσα λίγα κατάλοιπα ενός κάστρου. Εδώ κρύβεται η ιστορία του Κότσινα, ένα από τα σημαντικά κεφάλαια της ιστορίας της Λήμνου.

Ο Κότσινας αναφέρεται πρώτη φορά το 1136 χάρις στο λιμάνι του και την ασφάλεια που παρέχει στο βάθος του κόλπου. Την ίδια εποχή αρχίζει να παρακμάζει η γειτονική Ηφαιστία, καθώς το λιμάνι της καταστρέφεται από τις προσχώσεις. Ο Κότσινας κατοικείται όλο και περισσότερο και το λιμάνι του συγκεντρώνει το εμπόριο στην βόρεια ακτή της Λήμνου.

Την εποχή της πρώτης βενετοκρατίας, το 1207 - 1276, οι Βενετοί χτίζουν κάστρο στην ακτή. Επειδή δεν υπάρχουν υψώματα, δημιουργείται ένας τεχνητός λόφος με ύψος 20 μέτρα και πάνω του γίνονται οι οχυρώσεις σε ύψος 6 μέτρα. Το κάστρο εκτείνεται σε τέσσερα στρέμματα. Τα βόρεια θεμέλιά του βρίσκονται στο νερό και γύρω του έχει τάφρο που συγκοινωνεί με τη θάλασσα.

Ο Κότσινας είναι φέουδο του Φόσκαρι Ναβιγκαγιόζο, αδελφού του δούκα της Λήμνου, μέχρι το 1276 που επανέρχονται οι Βυζαντινοί. Οι μονές του Αγίου Όρους, που έχουν παλιότερα ιδιοκτησίες στην περιοχή, κινούν αμέσως τις διαδικασίες για να τις κατοχυρώσουν. Το κάστρο επισκευάζεται το 1361 και το 1404 και μέσα σ' αυτό χτίζεται η εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής, που αναφέρεται από το 1415 ως Ζωοδόχος Πηγή του Συγκέλλου.

Η εκκλησία ανεγείρεται πάνω από μια υπόγεια πηγή, όπου κατεβαίνει κανείς με σκαλοπάτια φτάνοντας σχεδόν στο επίπεδο της θάλασσας. Φαίνεται ότι κατά την κατασκευή του τεχνητού λόφου έχει προβλεφθεί η υπόγεια δίοδος, ώστε να μη λείπει το νερό όταν το κάστρο πολιορκείται. Σήμερα κατεβαίνουμε 64 σκαλοπάτια. Η διαμόρφωση του χώρου έχει γίνει το 1918. Η σημερινή εκκλησία έχει χτιστεί το 1954 με χορηγίες ομογενών από την Αμερική και την Αυστραλία. Στο πανηγύρι της Ζωοδόχου Πηγής έρχονται από όλη τη Λήμνο. Από την παλιά εκκλησία της βυζαντινής εποχής σώζεται ένα επιστύλιο. Φτάνοντας στο προαύλιο της εκκλησίας βλέπουμε ένα μπρούτζινο άγαλμα. Μια νέα γυναίκα με σπαθί στο χέρι. Είναι η θρυλική Μαρούλα.

Ο θρύλος της έχει γεννηθεί τον 15ο αιώνα, όταν ο Κότσινας δέχεται σφοδρές επιθέσεις από τους Τούρκους. Το 1478 ο Σουλεϊμάν πασάς πολιορκεί το κάστρο και η Μαρούλα, όταν βλέπει τον πατέρα της Γεώργιο Μακρή να πέφτει νεκρός, αρπάζει το σπαθί του, ορμάει δίνοντας θάρρος στους αμυνόμενους και το κάστρο σώζεται. Πολύ αργότερα ο θρύλος της διαδίδεται στη Δυτική Ευρώπη με ένα ποίημα που γράφει ένας ιησουίτης μοναχός το 1669. Το θάρρος της Ζαν ντ' Αρκ της Λήμνου γίνεται πηγή έμπνευσης για πολλούς Έλληνες και Ιταλούς λογοτέχνες.

Την οθωμανική εποχή ο Κότσινας είναι μεγάλος οικισμός και το λιμάνι του έχει σημαντική εμπορική κίνηση. Αλλά το 1656 οι Βενετοί ξανάρχονται για τρίτη φορά στη νησί και φεύγοντας ένα χρόνο μετά καταστρέφουν τις οχυρώσεις του. Ανάμεσά τους και το κάστρο του Κότσινα. Χωρίς αμυντικά έργα ο Κότσινας είναι πλέον ανασφαλής και οι κάτοικοι αρχίζουν να τον εγκαταλείπουν. Η περιοχή αρχίζει να αποκτά πάλι κίνηση στα μέσα του 19ου αιώνα.

Στον ιστορικό Μούδρο

Νότια από τον ισθμό που ενώνει το δυτικό και το ανατολικό τμήμα της Λήμνου απλώνεται ένας από τους ωραιότερους ελληνικούς κόλπους με περίοπτη θέση στην ελληνική και την παγκόσμια ιστορία. Ο Κόλπος του Μούδρου.
Ένα πλατύ θαλάσσιο ποτάμι που μπαίνει από το νότο στη στεριά με βορειοδυτική κατεύθυνση και στο μέσο του στρέφεται βορειοανατολικά δημιουργώντας μέχρι το μυχό του ένα μεγάλο φυσικό λιμάνι. Ένα από τα μεγαλύτερα και ασφαλέστερα αγκυροβόλια στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Έχει δεί, άλλωστε, αρκετές φορές πολεμικούς στόλους να ναυλωχούν στα νερά του.

i

Ο κόλπος του Μούδρου έχει άνοιγμα στην είσοδό του 3 ναυτικά μίλια, από το νοτιοανατολικό ακρωτήριο Κουμπί στη χερσόνησο Φακός στα δυτικά μέχρι το νοτιοδυτικό ακρωτήριο Βελανιδιά στα νότια του ανατολικού τμήματος της Λήμνου. Η απόσταση από την είσοδο ώς το μυχό του είναι 8 ναυτικά μίλια.
Στο εσωτερικό του κόλπου υπάρχουν η νησίδα Αλογονήσι και αρκετές βραχονησίδες και στις ακτές του σχηματίζονται πολλά ακρωτήρια, που οριοθετούν μικρούς και μεγάλους όρμους. Στη δυτική ακτή βρίσκονται το Διαπόρι και η Νέα Κούταλη και στην ανατολική ακτή ο Μούδρος, ιστορικός οικισμός και καλό λιμάνι. Νότιά του απλώνονται μεγάλες παραλίες, μερικές δύσκολες στην προσέγγιση, αλλά φιλόξενες για σύγχρονους Ροβινσώνες.

Λίγο πριν από το Βάρος παίρνουμε τη διακλάδωση του κεντρικού δρόμου δεξιά. Ο δρόμος μας μετά το μυχό του κόλπου του Μούδρου στρέφεται ακολουθώντας την παραλία νότια και στον πρώτο όρμο της ανατολικής ακτής συναντάται με το δρόμο που έρχεται από το βορειοανατολικό τμήμα του νησιού. Σ' αυτό το σημείο μπορούμε να έρθουμε και από το κοντινό Ρεπανίδι περνώντας από το Ρωμανού, έναν οικισμό με πέτρινα σπίτια, γνωστό για τους ανεμόμυλούς του.

Πιο κάτω, στη θέση Καθαρές, έχουν εντοπιστεί ίχνη προϊστορικής εγκατάστασης. Σε μικρή απόσταση, ενωμένο με την ακτή με υπερυψωμένο δρόμο, βρίσκεται το μικρό Κουκονήσι, όπου έχει ανακαλυφθεί σημαντικός προϊστορικός οικισμός. Υπάρχουν, επίσης, ευρήματα αρχαϊκών χρόνων.

Ο Μούδρος μας υποδέχεται ήρεμος και φωτεινός στην βόρεια πλευρά του όρμου του, που απλώνεται προς νότο μέχρι τη χερσόνησο Άσπρος Κάβος, όπου τελειώνει ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος.

i

Όπως πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις ο περίπατος αρχίζει από το λιμάνι. Βαδίζουμε στο μόλο, κοιτάζουμε τα νερά, ύστερα τον κόλπο. Σαν να βγαίνει η ιστορία του Μούδρου από τη θάλασσα. Ο Μούδρος είναι άλλος ένας οικισμός της Λήμνου με βυζαντινή καταγωγή. Έχει ζήσει κι αυτός περιπέτειες τη μεσαιωνική εποχή. Αλλά τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα έχουν συμβεί εδώ στο λιμάνι και στον κόλπο που απλώνεται μπροστά του.

Το όνομα Μούδρος προέρχεται πιθανόν από τη λέξη «μύδρος», που σημαίνει βράχος από στερεοποιημένη λάβα. Ίσως υπήρχε στην ακτή ένας τέτοιος βράχος για να δένουν τα καράβια.

Το 1304 η μονή Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους συντηρεί καλλιεργητές στο «χωρίον του Νερά». Οι ερευνητές των γεγονότων της εποχής συμπεραίνουν ότι η περιοχή ανήκει τότε σε κάποιον γαιοκτήμονα που λέγεται Νεράς. Σήμερα Νερά ή Χίλια Νερά ονομάζεται μια ρεματιά με πηγές βορειοανατολικά από τον λόφο Παλιόκαστρο, όπου βρίσκονται τα ερείπια του κάστρου του Μούδρου. Η περιοχή θεωρείται η πρώτη θέση του οικισμού.
Το 1362 ο μέγας στρατοπεδάρχης Γεώργιος Αστράς, «Δούκας και Κεφαλή της Λήμνου», δωρίζει στη μονή Βατοπεδίου έναν πύργο του στο Μούδρο και έκταση 1800 στρέμματα για να ιδρύσει μετόχι. Η δωρεά επικυρώνεται με χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου. Το μετόχι ιδρύεται, η μονή φέρνει καλλιεργητές από άλλα μετόχια της και δεν αργεί να αναπτυχθεί ένα χωριό. Το 1376 - 1379 ο Ιωάννης Ε΄ εκθρονίζεται από τον γιο του Ανδρόνικο Δ΄, αλλά το 1380 επιστρέφει στο θρόνο και επιβεβαιώνει την ιδιοκτησία της μονής με νέο χρυσόβουλο.

Στις αρχές του 15ου αιώνα ο Κριστόφορο Μπουοντελμόντι, κληρικός από την Φλωρεντία και από τους πρώτους περιηγητές της Ελλάδας, στο έργο του «Το Βιβλίο των Νησιών του Αιγαίου» σημειώνει σε χάρτη το χωριό με τον πύργο με το όνομα Le Mudro. Το 1484 άλλοι περιηγητές αναφέρουν πρώτη φορά το κάστρο του Μούδρου.
Το κάστρο είναι χτισμένο στην κορυφή του λόφου Παλιόκαστρο ανάμεσα στο Μούδρο και το χωριό Ρουσσοπούλι ανατολικά. Οι Βενετοί το αναφέρουν ως ένα από τα τρία σπουδαιότερα κάστρα του νησιού μαζί με τον Κότσινα και τη Μύρινα. Το κάστρο διατηρεί τη σημασία του και την οθωμανική εποχή. Αλλά το 1656 οι Βενετοί καταλαμβάνουν για λίγους μήνες το νησί και φεύγοντας το 1657 καταστρέφουν τις οχυρώσεις του. Το κάστρο του Μούδρου πέφτει σε παρακμή.

Τα επόμενα χρόνια ο κόλπος και γίνεται όλο και πιο γνωστός από τους περιηγητές. Το 1770 ο Αλέξιος Ορλώφ οδηγεί εδώ τον ρωσικό στόλο για να καταλάβει τη Λήμνο, αλλά υποχρεώνεται να λύσει την πολιορκία της Μύρινας και να φύγει. Αλλά η φήμη του κόλπου ως ασφαλές αγκυροβόλιο όλο και αυξάνεται. Στο λιμάνι υπάρχουν μόνο μετικές αποθήκες εμπόρων. Ο οικισμός βρίσκεται σε απόσταση από τη θάλασσα.
Το 1889 ο Μούδρος έχει 1.200 κατοίκους. Είναι ο δεύτερος οικισμός της Λήμνου μετά τη Μύρινα. Το 1912 έρχεται πάλι στο προσκήνιο της ιστορίας. Τον Οκτώβριο ξεσπάει ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος και ο ναύαρχος Κουντουριώτης αποβιβάζει αγήματα που απελευθερώνουν τη Λήμνο. Κάνει τον Μούδρο ορμητήριο του ελληνικού στόλου, που απελευθερώνει ένα ένα τα νησιά και κυριαρχεί στο Αιγαίο.

Mudros military camp

Ο Μούδρος γίνεται παγκόσμια γνωστός στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1915 είναι η βάση των συμμάχων της Αντάντ για την εκστρατεία της Καλλίπολης με στόχο το έλεγχο των Στενών των Δαρδανελλίων. Στον κόλπο ναυλοχούν δεκάδες πολεμικά πλοία, το λιμάνι γίνεται ναύσταθμος και στα υψώματα βόρεια προς το Κουκονήσι και νότια προς το Φαναράκι στρατοπεδεύουν χιλιάδες στρατιώτες. Η νότια παραλία του οικισμού μετατρέπεται σε περιοχή για υδροπλάνα. Ονομάζεται «Αερολιμένας» και αυτό το όνομα έχει μέχρι σήμερα.
Η εκστρατεία της Καλλίπολης αποτυγχάνει. Στις 8 Ιανουαρίου του 1916 οι σύμμαχοι εγκαταλείπουν την επιχείρηση. Εκατοντάδες νεκροί στρατιώτες, κυρίως Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί, είναι θαμμένοι στο βρετανικό νεκροταφείο στα νοτιοανατολικά του οικισμού.

Mudros cemetary

Αλλά ο Μούδρος παραμένει στο προσκήνιο. Στις 30 Οκτωβρίου του 1918, στα νερά του κόλπου, υπογράφεται στο αγγλικό πολεμικό πλοίο «Αγαμέμνων» η Ανακωχή του Μούδρου, που σηματοδοτεί τη συνθηκολόγηση της οθωμαντικής αυτοκρατορίας.
Στα χρόνια του μεσοπολέμου ο Μούδρος έχει σημαντική ανάπτυξη. Στο λιμάνι του δένουν επιβατικά πλοία, πολεμικά πλοία για ανεφοδιασμό και θαλαμηγοί πλούσιων που θέλουν να γνωρίσουν τον τόπο που έχει αποκτήσει παγκόσμια φήμη στο μεγάλο πόλεμο. Από δω φεύγει για τις άλλες αγορές το 85% των προϊόντων του νησιού. Υπάρχουν εργοστάσια για αλίπαστα και επεξεργασία φάβας και εκκοκιστήρια βάμβακος. Στον «Αερολιμένα» σταθμεύουν από το 1926 τα υδροπλάνα της ιταλικής εταιρίας Aeroespresso με προορισμό την Κωνσταντινούπολη.

Το 1918 ο Μούδρος υποβιβάζεται διοικητικά σε κοινότητα κι αυτό είναι το παράπονο των κατοίκων του για δεκαετίες. Μετά το 1922 εγκαθίστανται 462 πρόσφυγες και δημιουργείτα νέα συνοικία, ο Συνοικισμός. Ο πληθυσμός του αυξάνεται σε 1.800 κατοίκους το 1928 και σε 2.500 το 1938. Μεταπολεμικά γίνεται άλλο ένας τόπος εξορίας αριστερών πολιτών. Πλήττεται από τη μετανάστευση και ο πληθυσμός του σταδιακά μειώνεται. Από το 1981 μέχρι σήμερα έχει 1.000 κατοίκους.

Αξιοθέατα στο Μούδρο, μεγάλες παραλίες νότια

Τα τελευταία χρόνια ο Μούδρος και η περιοχή του συγκεντρώνουν όλο και μεγαλύτερο τουριστικό ενδιαφέρον. Λειτουργούν ξενοδοχεία, ενοικιαζόμενα δωμάτια και στέκια για διασκέδαση και προσφέρονται όλες οι δυνατότητες για θαλάσσια αναψυχή. Στο λιμάνι ο περίπατος είναι πάντα απόλαυση και το φαγητό στις ψαροταβέρνες του θαυμάσιο.

i

Η βόλτα στον οικισμό μας οδηγεί στο ωραίο πέτρινο κτίριο του δημοτικού σχολείου και στις εκκλησίες των Ταξιαρχών και της Ευαγγελίστριας. Η εκκλησία των Ταξιαρχών έχει χτιστεί το 1835. Είναι τρίκλιτη και έχει θαυμάσιο ξύλινο τέμπλο. Η εκκλησία της Ευαγγελίστριας έχει χτιστεί το 1903 - 1904 στο χώρο όπου υπήρχε το μετόχι της Αγίας Μαρίνας της μονής Κουτλουμουσίου του Αγίου Όρους. Σώζονται η αγία τράπεζα και μερικά χτίσματά του. Η Ευαγγελίστρια είναι τρίκλιτη βασιλική και η αρχιτεκτονική της έχει μνημειακό χαρακτήρα. Χαρακτηριστικός είναι ο πύργος στο καμπαναριό της. Ο επιτάφιος είναι δώρο του ναύαρχου Κουντουριώτη.

i

Στο κτίριο του παλιού δημαρχείου βλέπουμε την έκθεση με τα ευρήματα από το απολιθωμένο δάσος που έχει εντοπιστεί κατά τμήματα όχι μόνο στην περιοχή, αλλά και αλλού. Στο συμμαχικό νεκροταφείο του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου θυμόμαστε την εκστρατεία της Καλλίπολης. Και στον Αερολιμένα φανταζόμαστε ότι ετοιμαζόμαστε να αποθαλλασωθούμε με το υδροπλάνο για να δούμε από ψηλά το νησί. Έπειτα, πριν ξεκινήσουμε για τις παραλίες του νότου, πάμε ανατολικά για να γυρίσουμε πιο παλιά στην ιστορία.

Στο δρόμο από το Μούδρο προς το Ρουσσοπούλι υπάρχει το κάστρο. Ρωτάμε για να μπούμε στο σωστό αγροτικό δρόμο δεξιά και φτάνουμε στην τοποθεσία Μενάλπη. Εδώ υψώνεται ο λόφος Παλιόκαστρο. Ύψος 130 μέτρα. Άνοδος με τα πόδια από μονοπάτι. Στην επίπεδη κορυφή τα ερείπια του κάστρου. Τείχη και οχυρώσεις. Κοιτάμε ολόγυρα τη θέα. Πεδιάδα βόρεια, λόφοι ανατολικά και νότια, πεδιάδα νοτιοδυτικά, ο μεγάλος κόλπος δυτικά. Θαυμάσιο παρατηρητήριο. Ήξεραν όταν διάλεγαν να χτίσουν εδώ πάνω το κάστρο.

Καιρός να πάμε νότια για να χαρτογραφήσουμε τις παραλίες που απλώνουν φιλόξενα τις αμμουδιές τους με πεντακάθαρα νερά. Μετά, αν μας αρέσει και λίγο η περιπέτεια, μπορούμε να διαλέγουμε κάθε μέρα και άλλη για να χαρούμε τη θάλασσα. Κι αν θέλουμε, σε ορισμένες μεριές να τη χαρούμε μόνοι μας.

Πρώτη απλώνεται η νότια παραλία στον όρμο του Μούδρου. Συνεχίζουμε στον καινούργιο ασφαλτοστωμένο δρόμο που ακολουθεί την ακτή και φτάνουμε στην χερσόνησο Άσπρος Κάβος, που μπαίνει σαν ράμφος προϊστορικού πουλιού στη θάλασσα. Στο εκκλησάκι του Αγίου Πέτρου ο δρόμος στρίβει λίγο προς τα μέσα και σε μικρή απόσταση σταματάει στη δυτική ακτή της χερσονήσου.
Στο σημείο που βρισκόμαστε ο κόλπος του Μούδρου φτάνει στο μισό μήκος του έχοντας βορειοδυτική κατεύθυνση. Εδώ αλλάζει κατεύθυνση και στρέφεται βορειοανατολικά. Στην απέναντι ακτή βρίσκεται το Διαπόρι.
Η παραλία μπροστά μας, στο τέλος του δρόμου, είναι το Μεγάλο Φαναράκι. Υπάρχει και το Μικρό Φαναράκι από την άλλη πλευρά. Θα πάμε μετά.

Στο Μεγάλο Φαναράκι η αμμουδιά απλώνεται φιλόξενη σε ημικύκλιο. Υπάρχουν ομπρέλες για σκιά και τα νερά είναι ρηχά. Μια ταβέρνα κι ένα μπαράκι φροντίζουν ό,τι χρειαζόμαστε. Στην βόρεια πλευρά είναι το ακρωτήριο Σαγράδα με τον φάρο του. Στη νότια άκρη της μύτης της χερσονήσου το ακρωτήριο Ασπρόκαβος.

Chavouli

Υπέροχη περιοχή. Μικροί αμμόλοφοι με τη χαρακτηριστική βλάστηση από αστοιβιές και θάμνους, πιο κει βράχοι και ανάμεσά τους στην πίσω πλευρά ένας μικρός όρμος. Η παραλία Μικρό Φαναράκι. Στην πάνω γωνιά η Σπηλιά της Φώκιας. Και η θάλασσα για να φοράς μάσκα και να τριγυρνάς κάτω από το νερό.

Νότια από την χερσόνησο η ακτογραμμή στρέφεται νοτιοανατολικά σχηματίζοντας διαδοχικά μεγάλες παραλίες. Από δω και πέρα κινούμαστε σε χωματόδρουμους.
Η πρώτη παραλία είναι η πιο πολυσύχναστη. Απλώνεται απέραντη σε έναν ανοιχτό όρμο. Είναι το περίφημο Χαβούλι. Χρυσή αμμουδιά και χώρος για όλους. Ένα μπαρ προσφέρει τις υπηρεσίες του. Όπως στις περισσότερες αμμουδιές υπάρχουν κι εδώ πολλά κρινάκια της θάλασσας.

Parthenomytos

Στη νότια πλευρά σχηματίζεται ένας μικρός όρμος, όπου καταλήγει ο χωματόδρομος. Μετά ένας άλλος μικρός όρμος με αμμουδιά στη μια γωνιά του και κατόπιν σε ημικύκλιο ένας μεγάλος όρμος. Στο βάθος του η ωραιότερη, για πολλούς, παραλία της Λήμνου. Ο Παρθενόμυτος. Φτάνουμε εδώ από διάφορους δρόμους και γι' αυτό χρειάζεται λίγη προσοχή για να βρούμε τις διεξόδους προς την παραλία. Από το Χαβούλι ο δρόμος είναι δύσκολος. Από την Αγία Σοφία βορειονατολικά - θα πάμε αργότερα εκεί - είναι σαφώς καλύτερος.

Εμείς μπερδευόμαστε για λίγο, αλλά με πείσμα και υπομονή τα καταφέρνουμε. Η ανταμοιβή μας αξίζει όλους τους κόπους. Βρισκόμαστε μόνοι σε μια καταπληκτική παραλία. Έχουμε δική μας μια απέραντη αμμουδιά. Η θάλασσα ήρεμη, το νερό καταγάλανο, το τοπίο μαγευτικό.

Η παραλία συνεχίζεται προς τα κάτω ύστερα από μια μικρή προεξοχή της στεριάς. Αυτό το κομμάτι λέγεται Σκίδι. Αρμυρίκια προσφέρουν τη σκιά τους, μια πηγή το νερό της. Οι φίλοι του κάμπινγκ έχουν κάθε λόγο να είναι ευχαριστημένοι εδώ.

Πηγαίνοντας από το Σκίδι ανατολικά συναντάμε τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο, που κατεβαίνει κοντά στην ανατολική ακτή και καταλήγει στο νοτιότερο οικισμό της περιοχής, το Σκανδάλι. Βόρεια επιστρέφουμε στον Μούδρο διασχίζοντας μια περιοχή με πολλά αξιοθέατα. Είναι, όμως, καλύτερα να κάνουμε τη διαδρομή ορθολογικά. Από τον Μούδρο προς το νότο.

Από τα Καμίνια στην Πολιόχνη

Ξεκινάμε από τον Μούδρο για να γνωρίσουμε την άλλη πλευρά του νότου, από την ανατολική ακτή. Παίρνουμε τον δρόμο ανατολικά. Δεν αργούμε να φτάσουμε στο γραφικό Ρουσσοπούλι. Μας υποδέχεται σε μικρή απόσταση από τον κεντρικό δρόμο χτισμένο σε πλαγιά.

Roussopouli

Από δω στρίβουμε νότια. Περνάμε ανάμεσα σε δύο λόφους και σε λίγο φτάνουμε στα Καμίνια, ένα από τα παλαιότερα χωριά της Λήμνου. Φαίνεται ότι έχει πάρει το όνομά του από τα καμίνια που έψηναν παλιά τα πήλινα σκεύη. Η περιοχή φημίζεται για το κόκκινο κρασί της από την παλιά ποικιλία του νησιού «καλαμπάκι» και την παραγωγή γλυκάνισου που χρησιμοποιείται στην παρασκευή του ούζου.
Γύρω υπάρχουν αρκετά εκκλησάκια. Στην τοποθεσία Σώκαστρο έχουν ανακαλυφθεί λαξευμένοι στον βράχο τάφοι από την εποχή των Πελασγών. Και στα ερείπια της εκκλησίας του Αγίου Αλέξανδρου ένα από τα σημαντικότερα αρχαιολογικά ευρήματα. Η περίφημη «Στήλη των Καμινίων», μια πλάκα με πελασγική επιγραφή που παραμένει ακόμη σε πολλά γρίφος.
Συνεχίζουμε νότια και σε ένα χιλιόμετρο μια πινακίδα μας πληροφορεί ότι είμαστε κοντά στην Πολιόχνη. Μπαίνουμε στη διακλάδωση του δρόμου αριστερά για να γυρίσουμε στην προϊστορική εποχή.

Η ανατολική ακτή της Λήμνου παρουσιάζει καταπληκτική αρμονία. Από το νότο προς τον βορρά εναλλάσσονται πέντε μεγάλοι όρμοι με την ίδια μορφολογία, σαν αδέλφια, με μια χερσόνησο να χωρίζει τον έναν από τον άλλο. Οι δύο όρμοι μάλιστα ανατολικά από τα Καμίνια είναι σαν αδέλφια δίδυμα. Ανάμεσά τους απλώνεται η χερσόνησος Βρόσκοπος. Βόρειά της μια μεγάλη παραλία σε ημικύκλιο, νότια το ίδιο. Στην βόρεια πλευρά της νότιας παραλίας, που ονομάζεται Μακρύς Γιαλός, σε ένα ύψωμα, βρίσκεται η προϊστορική Πολιόχνη. Σε καίρια θέση. Στην είσοδο των Στενών του Ελλήσποντου των αρχαιότητας, απέναντι από την Τροία.

Η Πολιόχνη έχει έρθει στο φως το 1930 από την Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών. Οι έρευνες από το 1931 ώς το 1956 αποκαλύπτουν μεγάλο μέρος από έναν οικισμό της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού. Ο οικισμός έχει δημιουργηθεί στο πέρασμα από την 4η στην 3η χιλιετία π.Χ. και όλη την 3η χιλιετία ζει διάφορες φάσεις οικιστικής και πολιτιστικής ανάπτυξης. Λιγότερα είναι τα ευρήματα για τη 2η χιλιετία π.Χ. Δείχνουν, πάντως, ότι η Πολιόχνη κατοικείται ακόμη, αν και όχι στην έκταση των προηγούμενων εποχών. Οι αρχαιολόγοι που έχουν κάνει τις ανασκαφές έχουν ονομάσει κάθε αρχιτεκτονική φάση με ένα διαφορετικό χρώμα.

Poliochni

Η είσοδος στον αρχαιολογικό χώρο είναι ελεύθερη, όπως σε κάθε αρχαιολογικό χώρο της Λήμνου. Η έκταση είναι μεγάλη και υπάρχει κι εδώ ένα πέτρινο οίκημα με διαμορφωμένος χώρο πράσινου και πέτρινα καθίσματα για σκιά και ξεκούραση.
Οι επισκέπτες δεν είναι πολλοί και στην βόλτα μας είμαστε μόνοι. Η αίσθηση είναι καταπληκτική. Λίγο είναι να κάνεις ένα μοναχικό περίπατο στο 3000 π.Χ.; Μόνο που καλό είναι να έρθεις διαβασμένος. Βέβαια, αν έχουμε επισκεφθεί προηγουμένως το Αρχαιολογικό Μουσείο στη Μύρινα, ξέρουμε ήδη αρκετά από τα αγγεία και τα άλλα ευρήματα που υπάρχουν εκεί από τις ανασκαφές στην Πολιόχνη.

Η πρώτη περίοδος του οικισμού ονομάζεται Μαύρη και διαρκεί από το 3500 ώς το 3200 π.Χ. Ο οικισμός έχει μικρή έκταση, ίσως πέντε στρέμματα. Τα κατάλοιπα είναι κυρίως από ωοειδείς μεγάλες καλύβες.
Η δεύτερη περίοδος είναι η Κυανή από το 3200 ώς το 2800 π.Χ. Ο οικισμός αναπτύσσεται και γίνεται μικρή πόλη. Το βλέπουμε μπαίνοντας στον αρχαιολογικό χώρο. Σχεδόν όλα τα ερείπια στη δυτική πλευρά του οικισμού, στα δεξιά του δρόμου, ανήκουν σ' αυτή την περίοδο.

Poliochni

Σχεδόν αμέσως μετά την κύρια είσοδο δεξιά μας βρίσκεται το σημαντικότερο κτίσμα της Πολιόχνης. Το περίφημο «Βουλευτήριο». Ένα μακρόστενος χώρος με έδρανα στη μια του πλευρά. Οι αρχαιολόγοι που έχουν κάνει τις ανασκαφές το έχουν ονομάσει έτσι θεωρώντας ότι είναι χώρος συνέλευσης των κατοίκων, ο αρχαιότερος χώρος που δείχνει τη δημοκρατική οργάνωση μιας κοινωνίας. Ένας άλλος χώρος, που δείχνει ότι στην Πολιόχνη λαμβάνονται κοινές αποφάσεις για το κοινωνικό σύνολο, βρίσκεται απέναντι από το «Βουλευτήριο», αριστερά από τον δρόμο. Είναι κι αυτός μακρόστενος και θεωρείται η σιταποθήκη του οικισμού.

Αυτή την περίοδο χτίζονται και τα τείχη, στην πραγματικότητα μεγάλοι τοίχοι από ξερολιθιά. Τα βλέπουμε εδώ στη νοτιοδυτική πλευρά και θα τα δούμε πάλι στην ανατολική πλευρά του οικισμού. Τα σπίτια είναι τετράγωνα ή παραλληλόγραμμα με ένα ή δύο δωμάτια, τοίχους από πέτρα χωρίς κονίαμα και στέγη ξύλινη σκεπασμένη από φύκια και άχυρο.
Την Κυανή περίοδο εντοπίζεται για πρώτη φορά και ένα κτίσμα που οι αρχαιολόγοι ονομάζουν «μέγαρο» θεωρώντας ότι είναι στο εξής το βασικό στοιχείο της αρχιτεκτονικής του οικισμού. Είναι μια ορθογώνια αίθουσα με σκεπασμένο προθάλαμο και πλακόστρωτη αυλή μπροστά από την κεντρική της είσοδο.

Poliochni

Ο οικισμός μέσα από το τείχος έχει έκταση δέκα στρέμματα και 800 κατοίκους καθώς πλησιάζει η τρίτη περίοδος, η Πράσινη, το 2800 π.Χ., που ακολουθείται από την Κόκκινη που διαρκεί μέχρι το 2400 π.Χ. Η Πολιόχνη αναπτύσσεται δυτικά, πέρα από τη «σιταποθήκη», όπου υψώνονται νέες οχυρώσεις, καλύπτοντας έκταση 15 στρέμματα. Τότε έχει 1.400 κατοίκους. Τα μέταλλα κυριαρχούν πλέον στην κατασκευή όπλων, εργαλείων και άλλων αντικειμένων.

Περιδιαβάζουμε τον χώρο περπατώντας στο δεύτερο κύριο δρόμο του οικισμού και φτάνουμε στην ανατολική πλευρά, στην Κίτρινη περίοδο, που διαρκεί μέχρι το 2100 π.Χ. Αυτή την εποχή η Πολιόχνη αρχίζει να καλύπτει μικρότερη έκταση και τα σπίτια βρίσκονται γύρω από δύο πλατείες και δύο πηγάδια. Το σημαντικότερο κτίσμα αυτής της περιόδου είναι το «Μέγαρο 605» στην βόρεια πλατεία, ένα κεντρικό κτίσμα με δωμάτια, προθάλαμο και μεγάλη πλακόστρωτη αυλή. Και το σημαντικότερο εύρημα ένας θησαυρός από χρυσά αντικείμενα, που έχει ανακαλυφθεί στο «δωμάτιο 643» κάτω από το δάπεδο και βρίσκεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας.

Τα ευρήματα δείχνουν ότι, παράλληλα με τις επαφές με την Τροία και τους άλλους πολιτισμούς στα ανατολικά, η Πολιόχνη έχει επαφές και με τις Κυκλάδες. Όλα αυτά, όμως, διαρκούν μέχρι το 2100 π.Χ., όταν η πόλη καταστρέφεται, πιθανότατα από σεισμό. Η Πολιόχνη εξακολουθεί να υπάρχει τη 2η χιλιετία π.Χ., αλλά τα ευρήματα από τις δύο τελευταίες περιόδους της, την Φαιά και την Ιώδη, είναι ελάχιστα.

Μικρές διαδρομές στο νότο

Αφήνοντας την Πολιόχνη η ματιά μας στρέφεται αυθόρμητα νότια. Δεν γίνεται διαφορετικά. Μπροστά μας απλώνεται μια απέραντη παραλία ώς εκεί που φτάνει το μάτι. Είναι ο Μακρύς Γιαλός. Όνομα και πράγμα. Μια από τις μεγαλύτερες παραλίες της Λήμνου. Μπορούμε να κατέβουμε εδώ πιο κάτω στην βόρεια πλευρά της, κοντά στο εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας, από τον πρώτο δρόμο αριστερά φεύγοντας από την Πολιόχνη. Στη νότια πλευρά μπορούμε να πάμε από τις διακλαδώσεις του κεντρικού δρόμου στα χωριά του νότου. Επιστρέφουμε στον κεντρικό δρόμο και πάμε να τα γνωρίσουμε.

Δεξιά μας απλώνεται η περιοχή Παραδείσι γεμάτη αμπέλια και θυμάρια. Από την άλλη πλευρά το Παραχείρι, όπου έχουν εντοπιστεί κατάλοιπα από αγροτικές εγκατασάσεις των κλασικών και των ελληνιστικών χρόνων. Νοτιότερα τα ερείπια του κάστρου της Σκάλας. Οι οικισμοί της περιοχής ονομάζονται χωριά της Σκάλας, επειδή την βυζαντινή εποχή υπήρχε στην ακτή «σκάλα», λιμάνι από το οποίο έφευγαν τα προϊόντα.

Πρώτη στάση στην Αγία Σοφία. Ο οικισμός έχει πάρει το όνομά του από την εκκλησία της Αγίας Σοφίας. Μπορούμε να βρούμε ωραίο μέλι. Οι λίγοι κάτοικοι ασχολούνται με ιδιαίτερη φροντίδα με τη μελισσοκομία. Εδώ είναι το καλύτερο σημείο για να πάμε στην καταπληκτική παραλία Παρθενόμυτος νοτιοδυτικά. Και από δω, όμως, η διαδρομή είναι δύσκολη και χρειάζεται κατάλληλο όχημα.

Agia Sofia

Ο δρόμος νότια από την Αγία Σοφία μας φέρνει στην Φυσίνη. Ο οικισμός έχει πάρει το όνομά του από τα «σιφούνια», τους ανεμοστρόβιλους που φυσούν κατά καιρούς στην περιοχή. Δύο χωματόδρομοι οδηγούν στη νότια πλευρά της παραλίας Μακρύς Γιαλός. Ο βορειότερος φτάνει μέχρι τους μεσαιωνικούς Πύργους της Φυσίνης. Ο νοτιότερος καταλήγει σε ένα μικροσκοπικό όρμο, το Λιμανάκι της Αγιάς.

Ένας άλλος δρόμος από την Φυσίνη, ασφαλτοστωμένος αυτός, μας οδηγεί στην ακτή νοτιοανατολικά στην εκκλησία Άγιος Σώζων, προσκύνημα των κατοίκων της Λήμνου. Στη γιορτή του αγίου στις 7 Σεπτεμβρίου γίνεται μεγάλο πανηγύρι. Παλιότερα κράταγε τρεις μέρες. Από εκείνη την εποχή έχουν μείνει τα κελιά όπου έμεναν οι προσκυνητές.
Νότια απλώνεται σε ημικύκλιο η μεγάλη παραλία Λουρί. Είναι ο νοτιότερος όρμος της ανατολικής ακτής. Χρειάζεται κι εδώ κατάλληλο όχημα. Η διαδρομή δύσκολη, αλλά η ανταμοιβή φανταστική. Άλλη μία παραλία για Ροβινσώνες. Στην κάτω πλευρά ένα λιμανάκι για μικρά σκάφη. Και στη νότια άκρη το ακρωτήριο Αγία Ειρήνη ή Στάλα με το εκκλησάκι της Αγίας Ειρήνης που βλέπει από δω το πέλαγος. Το νοτιότερο άκρο της Λήμνου.

Image

Στην περιοχή Λουρί έχει γίνει το 2009 μια σπουδαία ανακάλυψη. Έρευνες του Τμήματος Αρχαιολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης έχουν φέρει στο φως εγκατάσταση και λίθινα εργαλεία που χρονολογούνται 12.000 χρόνια π.Χ., πριν από κάθε άλλη εγκατάσταση στην Βαλκανική Χερσόνησο. Και πολύ πριν από τους Σιντίες που θεωρούνται οι πρώτοι κάτοικοι της Λήμνου.

Το τελευταίο χωριό του νότου είναι το Σκανδάλι. Γραφικό, με πολλά νερά και θαυμάσιο μέλι. Η περιοχή είναι γεμάτη θυμάρια και οι μελισσοκόμοι του χωριού ξέρουν καλά την τέχνη της μελισσοκομίας. Η θέα είναι εξαιρετική και γύρω, όπως παντού στη Λήμνο, μας περιμένουν πολλά ξωκλήσια. Μας οδηγούν οι χωματόδρομοι που ξεκινούν από το Σκανδάλι.

Ένας χωματόδρομος μας φέρνει νοτιοανατολικά στο λιμανάκι της παραλίας Λουρί. Ένας άλλος νοτιοδυτικά διακλαδίζεται. Η διακλάδωση δυτικά καταλήγει στη νότια ακτή στο ακρωτήριο Βελανιδιά. Η περιοχή λέγεται Βελανίδια. Εδώ έχουν εντοπιστεί κατάλοιπα εγκατάστασης των ελληνιστικών χρόνων. Η διακλάδωση ανατολικά καταλήγει στο νοτιονατολικό άκρο της Λήμνου, το ακρωτήριο της Αγίας Ειρήνης.

Από το Κοντοπούλι στην αρχαία Ηφαιστία

Πάμε να γνωρίσουμε το βορειοανατολικό τμήμα της Λήμνου. Μας περιμένουν κι εδώ πολλά αξιοθέατα. Δύο σπουδαίοι αρχαιολογικοί χώροι, γραφικοί οικισμοί, μικρές και μεγάλες παραλίες και επιπλέον τρεις λίμνες υγροβιότοποι.
Ο δρόμος που έρχεται ανατολικά από τον ισθμό και ο δρόμος που έρχεται βορειονατολικά από τον Μούδρο συναντώνται λίγο πριν από τον οικισμό Κοντοπούλι. Ο πρώτος περνάει από το Ρεπανίδι. Ο δεύτερος από το Ρωμανού και την Κώμη.

Kontopouli

Το Κοντοπούλι μας υποδέχεται με τα πέτρινα σπίτια του και την ιστορία του. Έχει κι αυτό βυζαντινή καταγωγή. Έχει πάρει το όνομά του από τον γαιοκτήμονα Κοντόπουλο, που τα ύστερα βυζαντινά χρόνια έκανε δώρο ένα μέρος από τα κτήματά του στη μονή Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους. Από τότε δημιουργούνται σταδιακά γύρω από το Κοντοπούλι μικροί οικισμοί γεωργών και κτηνοτρόφων, που τα νεώτερα χρόνια μένουν οι περισσότεροι ακατοίκητοι.
Στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα ζει εδώ εξόριστος ο μεγάλος ποιητής Γιάννης Ρίτσος. Το 1948 γράφει το «Καπνισμένο Τσουκάλι» και δύο «Ημερολόγια Εξορίας». Στα κατοπινά δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια πλήττεται και το Κοντοπούλι από τη μετανάστευση.

Το Κοντοπούλι είναι ο τρίτος σε πληθυσμό οικισμός της Λήμνου μετά τη Μύρινα και τον Μούδρο. Έχει κίνηση και ζωντάνια, καθώς βρίσκεται στο κέντρο μιας περιοχής με πολλά ενδιαφέροντα. Ο σύλλογος νέων φροντίζει να αποδεικνύει τη ζωντάνια οργανώνοντας, μεταξύ άλλων, τα καλοκαίρια εκδηλώσεις στην κεντρική πλατεια και στο σχολείο του οικισμού.
Στην πλατεία συζητάμε αν θα πάμε για καφέ ή για ουζάκι με μεζέ στο μεζεδοπωλείο. Υπάρχουν καταστήματα για τις αγορές μας και ταβερνάκια για καλό φαγητό. Εδώ βρίσκεται η εκκλησία της Αγίας Αναστασίας. Έχουμε σημειώσει να επισκεφθούμε και την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου που έχει χτιστεί το 1872 και να δούμε την κρήνη που έχει χτιστεί το 1927 και θεωρείται χαρακτηριστικός τύπος της λιθογλυπτικής του νησιού.

Περπατάμε στα δρομάκια και η βόλτα μάς φέρνει στο εργαστήριο αγγειοπλαστικής της Κωνσταντίνας Δεσποτέρη. Ένα «τσουκαλάδικο», όπως λέγεται στη Λήμνο. Η αγγειοπλαστική είναι παραδοσιακή τέχνη του νησιού, ιδιαίτερα από τον Κότσινα και ανατολικά. Μπαίνουμε και η Κωνσταντίνα μας υποδέχεται θερμά και μας ξεναγεί εξηγώντας μας με υπομονή πώς συνεχίζεται η παράδοση.
i

Από το Κοντοπούλι παίρνουμε το δρόμο βόρεια με προορισμό την Ηφαιστία. Στη μεγάλη αυτή αρχαία πόλη μπορούμε να πάμε και από άλλους δρόμους από ανατολικά και δυτικά, αλλά ο δρόμος από το Κοντοπούλι είναι ο συντομότερος και καλύτερος.
Πλησιάζουμε στην ανατολική ακτή του κόλπου Πουρνιάς, όπου σχηματίζεται ο όρμος Τηγάνι σαν κύκλος με το άνοιγμά του βορειοδυτικά. Στο μυχό του απλώνεται η παραλία Σαραβάρι και στη νότια πλευρά η θάλασσα περνάει από ένα στενό στόμιο και μπαίνει στη στεριά σχηματίζοντας έναν κλειστό ορμίσκο σαν λίμνη. Είναι η Αχιβαδόλη. Αγκυροβόλιο για μικρά σκάφη.

Η Αχιβαδόλη κλείνεται βόρεια από μια χερσόνησο σαν μύτη στον όρμο Τηγάνι. Η βόρεια άκρη της βλέπει απέναντι την άλλη άκρη του όρμου και πίσω της το Ιερό των Καβείρων. Σ' αυτήν τη χερσόνησο πάνω από την Αχιβαδόλη βρίσκεται η Ηφαιστία, η πόλη που επί αιώνες αποτελεί το κέντρο της Λήμνου στην βόρεια πλευρά της.

Φτάνουμε στον αρχαιολογικό χώρο με το αυτοκίνητο. Όπως και στους άλλους αρχαιολογικούς χώρους της Λήμνου η είσοδος είναι ελεύθερη. Μπορούμε να έρθουμε από τις οκτώμισι το πρωί μέχρι τις τρεις το μεσημέρι εκτός από Δευτέρα. Hephaestia

Η Ηφαιστία έχει έρθει στο φως με τις ανασκαφές της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών από το 1926 μέχρι το 1983. Έχουν αποκαλυφθεί σπίτια, λουτρά και πηγάδια, νεκροταφείο του 8ου αιώνα π.Χ., μεγάλο ιερό αφιερωμένο στη Μεγάλη Θεά Λήμνο και θέατρο των ελληνιστικών χρόνων. Αγγεία, πήλινα ειδώλια και άλλα ευρήματα των ανασκαφών βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο στη Μύρινα.
Όλα βεβαιώνουν ότι η περιοχή κατοικείται από τα πρώτα χρόνια του χαλκού έως και τα βυζαντινά χρόνια. Σημαντικότερη ανακάλυψη θεωρείται το ιερό. Βρίσκεται στην πλαγιά δυτικά, ψηλά, αλλά μέσα στα όρια της πόλης.

Το κεντρικό κτίριο είναι χτισμένο σε δύο επίπεδα. Στο χαμηλότερο υπάρχουν επτά χώροι και στο υψηλότερο τρεις. Ένα άνοιγμα οδηγεί σε αυλή. Στον κεντρικό από τους τρεις χώρους είναι διαμορφωμένα δεξιά και αριστερά θρανία. Εδώ κι εκεί σ' αυτά τα θρανία έχουν βρεθεί κομμάτια από το άγαλμα της γυναικείας θεότητας που λατρεεόταν στο ιερό. Το όνομα της θεάς δεν αναγράφεται στις επιγραφές που έχουν βρεθεί, αλλά οι αρχαιολόγοι θεωρούν ότι ανήκει στη Μεγάλη Θεά της Λήμνου.

Η θεά απεικονίζεται σε ειδώλια που έχουν βρεθεί σε έναν αποθέτη - χώρο όπου τοποθετούνται τα αφιερώματα. Έχουν βρεθεί πολλά αναθήματα. Αρκετά μάλιστα από την Αθήνα, την Κόρινθο, τη Ρόδο και τη Χίο, γεγονός που αποδεικνύει ότι η Ηφαιστία έχει από παλιά ανεπτυγμένες εμπορικές σχέσεις.

Το ιερό χρησιμοποιείται από το 750 π.Χ. και καταστρέφεται από πυρκαϊά ή το 511 π.Χ., όταν οι Πέρσες καταλαμβάνουν το νησί, ή το 499 π.Χ., όταν η Λήμνος περνάει στην κυριαρχία των Αθηναίων. Στο νεκροταφείο κοντά στην πόλη έχουν βρεθεί αττικά αγγεία σε τάφους των πρώτων δεκαετιών του 5ου αιώνα π.Χ.
Hephaestia

Στο ιερό έχουν βρεθεί και κατάλοιπα των ελληνιστικών χρόνων. Κοντά στο ιερό έχουν ανακαλυφθεί δύο κλίβανοι ελληνιστικού εργαστηρίου κεραμικής. Τα ευρήματα πιστοποιούν ότι το εργαστήριο κατασκευάζει μήτρες αγγείων, ειδώλια και αγγεία καθημερινής χρήσης. Μπορούμε να τα δούμε κι αυτά στο μουσείο στη Μύρινα μαζί με τον τροχό του αγγειοπλάστη και τα μέσα που χρησιμοποιεί για να ενώνει και να στερεώνει τα αγγεία μέσα στον κλίβανο.

Στην Ελληνιστική Εποχή ανήκει και το θέατρο της Ηφαιστίας. Τα ρωμαϊκά χρόνια δέχεται μετατροπές και το κοίλο του γίνεται ημικύκλιο. Στέκεσαι στον χώρο και νιώθεις παράξενα, αλλά οικεία. Η ερημιά φαντάζει φιλόξενη και νομίζεις ότι όπου να' ναι θα ακούσεις τον λόγο των αρχαίων δραματουργών. Έχει, άλλωστε, ξανακουστεί ύστερα από αιώνες. Το θέατρο έχει αναστηλωθεί και το καλοκαίρι του 2010 έχει δοθεί η πρώτη παράσταση της νέας εποχής του με την τραγωδία «Οιδίπους Τύραννος».
Στην περιοχή των ελληνιστικών χρόνων της Ηφαιστίας υπάρχουν και κατάλοιπα από τα τελευταία ρωμαϊκά χρόνια και την βυζαντινή εποχή. Κοντά στο λιμάνι βλέπουμε ερείπια σπιτιών και μια παλαιοχριστιανική εκκλησία. Όλα αυτά μέχρι να αρχίσει μετά το 1100 να καταστρέφεται από τις προσχώσεις το λιμάνι. Χωρίς το κέντρο της ζωής της η Ηφαιστία πέφτει σε παρακμή και η εγκατάλειψη δεν αργεί.

Στο Καβείριο και τη Σπηλιά του Φιλοκτήτη

Από το Κοντοπούλι ο κεντρικός δρόμος συνεχίζεται βορειοανατολικά. Δεξιά μας απλώνεται η λίμνη Αλυκή. Εκεί που τελειώνει υπάρχει μια διακλάδωση αριστερά. Μας οδηγεί στο Καβείριο. Στο ιερό των Καβείρων, έναν από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους του Βόρειου Αιγαίου.
Ο δρόμος, το ίδιο καλός όπως και ο κεντρικός, περνάει από τον οικισμό Άγιος Αλέξανδρος και σε τρεισήμισι χιλιόμετρα μας φέρνει στον προορισμό μας. Πίσω από το βόρειο ακρωτήριο του όρμου Τηγάνι, πάνω από τη θάλασσα.

Kaveiria

Το ιερό βρίσκεται στην πλαγιά ενός λόφου. Στην κορυφή του είναι χτισμένος ο περίβολος του ιερού. Μοιάζει με τείχος που προσφέρει ασφάλεια από τη στεριά. Όταν κατέβουμε προς την πλευρά της θάλασσας θα δούμε ότι εκεί είναι υψωμένα μεγάλα αναλήμματα - «τείχη» από ξερολιθιά.
Περνάμε την είσοδο και κατηφορίζουμε το πλακόστρωτο δρομάκι για τους επισκέπτες. Το Καβείριο, που οι κάτοικοι της Λήμνου το λένε Καβείρια, στον πληθυντικό, έχει έρθει στο φως το 1937 - 1939 από την Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών, που συνεχίζει τις έρευνες μέχρι το 1991.

Στο ιερό λατρεύονται οι Κάβειροι, οι γιοι του Ήφαιστου με τη νύμφη Καβειρώ, θεότητες της φωτιάς και της θάλασσας, της γης και της γονιμότητας. Η λατρεία τους τελείται με μυστήρια, στα οποία μπορούν να πάρουν μέρος μόνον οι μυημένοι. Τα κύρια χτίσματα του ιερού είναι τα τελεστήρια, οι χώροι της λατρείας και της μύησης στα Καβείρια μυστήρια.
Τα τελεστήρια είναι τρία. Το αρχαϊκό, το ελληνιστικό και το υστερορωμαϊκό. Αλλά το παλαιότερο, το αρχαϊκό, έχει αποκαλυφθεί τελευταίο, αφού βρίσκεται κάτω από το υστερορωμαϊκό. Βρίσκονται σε δύο πλατώματα, που στηρίζονται στην απότομη πλαγιά προς τη θάλασσα με αναλήμματα.

Το πρώτα τελεστήριο που βλέπουμε φτάνοντας στον αρχαιολογικό χώρο είναι το τελεστήριο των ελληνιστικών χρόνων στο βόρειο πλάτωμα. Έχει διαστάσεις 33μ. επί 46,10μ. και καλύπτει όλο το πλάτωμα. Είναι διπλάσιο από το ιερό των Καβείρων στη Σαμαθράκη. Φανταζόμαστε ένα ορθογώνιο οικοδόμημα με δώδεκα δωρικούς κίονες μπροστά. Ο μεγάλος κεντρικός χώρος χωρίζεται σε τρία μέρη με δύο σειρές από τέσσερις ιωνικούς κίονες. Ένας διάδρομος χωρίζει το τελεστήριο από τα άδυτα, μια σειρά από δωμάτια που κλείνουν τον χώρο βόρεια.

Kaveiria

Έχει ανακαλυφθεί ένας αποθέτης με πολλά αφιερώματα. Ανάμεσά τους λυχνάρια για τις νυχτερινές τελετές, κάνθαροι, σκύφοι, πυξίδες και αγγεία για τις τελετές. Έχουν ανακαλυφθεί, επίσης, κομμάτια από γλυπτά, πήλινα και χάλκινα αγαλματίδια και αναθηματικές επιγραφές.
Το ελληνιστικό τελεστήριο χρονολογείται το 200 π.Χ. και λειτουργεί μέχρι τα ύστερα ρωμαϊκά χρόνια. Αλλά ανάμεσα στον 2ο και 3ο αιώνα μ.Χ. λεηλατείται και καίγεται και τα οικοδομικά υλικά χρησιμοποιούνται για να χτιστούν άλλα κτίρια, όπως το νέο ιερό.

Το τελεστήριο των υστερορωμαϊκών χρόνων βρίσκεται στο νότιο πλάτωμα. Είναι μικρότερο από το ελληνιστικό, έχει χτιστεί τον 3ο αιώνα μ.Χ. και λέγεται «βασιλική». Η είσοδος βρίσκεται στη νότια πλευρά, όπου υπάρχει πρόναος με επτά κίονες στηριγμένος με στέρεο τρόπο προς το μέρος της θάλασσας.

Το τελεστήριο είναι μια αίθουσα με 17 μέτρα μήκος, που χωρίζεται σε τρία τμήματα με δύο σειρές από πέντε κίονες. Το κεντρικό τμήμα είναι μικρότερο. Τα δύο μεγαλύτερα έχουν θρανία. Τα άδυτα βρίσκονται στο βάθος χωρισμένα από την κεντρική αίθουσα με ένα διάδρομο. Οι αρχαιολόγοι λένε ότι έχει γίνει προσπάθεια να δοθεί ώς ένα σημείο η μορφή του ελληνιστικού τελεστήριου.

Το υστερορωμαϊκό τελεστήριο είναι θεμελιωμένο πάνω στο πρώτο τελεστήριο των αρχαϊκών χρόνων, που έχει εντοπιστεί από την αρχή των ανασκαφών το 1937, αλλά έχει αποκαλυφθεί προς το τέλος τους.
Υπολογίζεται ότι έχει χτιστεί στις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ. και έχει καταστρφεί στα μέσα του ίδιου αιώνα πιθανότατα από σεισμό. Οι διαστάσεις του είναι 6,40μ. επί 13,50μ. και έχει θρανία από μισοψημένους πλίνθους, τα οποία προορίζονται για τους μύστες. Υπάρχει, επίσης, ένα είδος βωμού. Η μορφή του κτιρίου και τα ενεπίγραφα αγγεία που έχουν βρεθεί βεβαιώνουν τους αρχαιολόγους ότι είναι το αρχαιότερο τελεστήριο των Καβείρων στη Λήμνο. Ίσως είναι μάλιστα το αρχαιότερο γνωστό τελεστήριο στον ελληνικό χώρο.

Η λατρεία των Καβείρων συνεχίζεται στο ιερό μέχρι τα τέλη του 3ου ή τις αρχές του 4ου αιώνα. Τότε το υστερορωμαϊκό τελεστήριο καταστρέφεται. Ίσως από τους πρώτους χριστιανούς στην προσπάθειά τους να εξαλειφθεί η παλιά θρησκεία.

Kaveiria

Κάτω από το Καβείριο η ακτή πέφτει απότομα. Η θάλασσα χαμηλά κυματίζει από το βοριαδάκι και το νερό σηκώνει αφρούς καθώς χτυπάει στα βράχια. Σε ένα σημείο η ακτή χωρίζεται αφήνοντας τη θάλασσα να προχωρήσει σε ένα άνοιγμα. Είναι η σπηλιά του Φιλοκτήτη, ενός από τους ήρωες του Τρωικού Πολέμου, που έχει περάσει σ' αυτήν δώδεκα χρόνια της ζωής του.

Cave of Filoktitis

Ο μύθος είναι από τους ωραιότερους της ελληνικής μυθολογίας. Ο Φιλοκτήτης είναι γιος του βοσκού Ποίαντα και η τύχη του ορίζεται πρώτα πρώτα από τη συνάντησή του με τον ημίθεο Ηρακλή. Περνάει κατά τύχη από το βουνό Οίτη τη στιγμή που ο Ηρακλής ζητάει από τον γιο του Ύλλο να ανάψει την φωτιά για να καεί, αλλά ο Ύλλος διστάζει. Κανείς από όσους βρίσκονται εκεί δεν τολμάει να το κάνει. Μόνον ο Φιλοκτήτης. Σε αντάλλαγμα ο Ηρακλής του χαρίζει το τόξο του και τα δηλητηριασμένα βέλη του.

Όταν οι Αχαιοί ξεκινούν για την Τροία, ο Φιλοκτήτης βρίσκεται σε ένα από τα πλοία της εκστρατείας. Το πλοίο σταματάει στη Λήμνο και ο Φιλοκτήτης πηγαίνει στο νησάκι Χρύση στην βόρεια ακτή για να κάνει θυσίες στη θεά Χρύση, μια από τις πρώτες θεότητες της Λήμνου. Τον δαγκώνει, όμως, φίδι, η πληγή κακοφορμίζει και οι σύντροφοί τον εγκαταλείπουν, επειδή δεν μπορούν να αντέξουν τη δυσοσμία.
Ο Φιλοκτήτης βρίσκει καταφύγιο στη σπηλιά και γίνεται καλά με τη λημνία γη. Δώδεκα χρόνια μετά εμφανίζεται ο Οδυσσέας και τον παίρνει μαζί του. Ο μάντις Έλενος έχει πει ότι μόνο με το τόξο και τα βέλη του Ηρακλή μπορεί να καταληφθεί η Τροία. Η περιπέτεια του Φιλοκτήτη θα γίνει αργότερα τραγωδία από τον Σοφοκλή.

Στεκόμαστε πάνω από τη θάλασσα και κοιτάμε χαμηλά στα αριστερά το άνοιγμα στα βράχια. Έχουμε βρει το μονοπάτι που οδηγεί προς τα κει. Κατεβαίνει στην άκρη της βραχώδους ακτής. Μας έχουν πει να αποφύγουμε να το κατέβουμε, επειδή αυτή την εποχή κάποια βράχια εμποδίζουν το πέρασμα. Ούτως ή άλλως δεν φαίνεται και πολύ ακίνδυνο. Ακολουθούμε τη συμβουλή και περιοριζόμαστε στην φωτογράφηση από απόσταση ασφαλείας. Μιαν άλλη φορά. Ο Φιλοκτήτης δεν είναι πια εδώ, αλλά η σπηλιά θα μας περιμένει.

Παραλίες για εξερευνητές στα βορειοανατολικά

Λίγο πιο πάνω από το Καβείριο ανοίγεται ένας μικρός όρμος με μια από τις ωραίες παραλίες του νησιού, τη Νεφτίνα. Παίρνουμε το δρόμο της επιστροφής από το ιερό και σε ενάμισι χιλιόμετρο στρίβουμε αριστερά σε έναν βατό χωματόδρομο που μας οδηγεί στην παραλία. Θαυμάσια αμμουδιά για όσους αγαπούν τα ερημικά τοπία.
Στη Νεφτίνα μπορούμε να έρθουμε και από άλλους χωματόδρομους, που ξεκινούν από τον κεντρικό δρόμο κοντά στον οικισμό Παναγιά, στα βορειοανατολικά της Λήμνου. Η Παναγιά έχει πάρει το όνομα της από την εκκλησία της Παναγίας, που βρίσκεται μέσα στον οικισμό. Λίγο έξω υπάρχει το εκκλησάκι της Θεοτόκου, όπου κάθε χρόνο στις 15 Αυγούστου γίνεται πανηγύρι.

Από την Παναγιά μπούμε να πάμε και στον Ζεματά, μια ακόμη παραλία μακριά από τον πολύ κόσμο. Η θάλασσα έχει καταπληκτικά χρώματα και στην αμμουδιά είναι πολύ πιθανό να είναι ανοιχτή μια καντίνα.
Μετά την Παναγιά ο κεντρικός δρόμος καταλήγει στην Πλάκα, τον τελευταίο οικισμό στην βορειοανατολική πλευρά της Λήμνου. Επισκεπτόμαστε την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου και ξεκινάμε για εκδρομές ανατολικά, βόρεια και δυτικά. Οι αποστάσεις μέχρι τις ακτές είναι μικρές και οι χωματόδρομοι βατοί.

Ανατολικά και βόρεια από την Πλάκα είναι ο όρμος της Πλάκας, ο τελευταίος μεγάλος όρμος στον βορρά της ανατολικής ακτής της Λήμνου. Στο μυχό του απλώνεται η παραλία του οικισμού με αρμυρίκια. Στη νότια γωνιά, στο λιμάνι της Πλάκας οι ψαρόβαρκες λικνίζονται στα νερά. Από δω μια χερσόνησος σαν μακρόστενο ζωνάρι κλείνει τον όρμο μπαίνοντας στη θάλασσα. Στη μισή απόσταση βρίσκεται το εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη και στην άκρη το ακρωτήριο Παλαιόκαστρο. Τα ερείπια μεσαιωνικού κάστρου εξηγούν το όνομα. Στον βυθό υπάρχουν ίχνη αρχαίας πόλης.

Βόρεια από την Πλάκα και τον όρμο της η περιοχή είναι γεμάτη αστοιβιές. Το ερημικό τοπίο φαντάζει παράξενα γοητευτικό. Δεν αργούμε να φτάσουμε στη μύτη της χερσονήσου, στην περιοχή Κορακιές. Είμαστε στο βορειοανατολικό άκρο της Λήμνου. Στο ακρωτήριο Πλάκα ή Πλακάς. Εδώ στέκει υπερήφανος ένας από τους ωραιότερους ελληνικούς φάρους.
Πάμε δυτικά. Πρώτα στον μεγάλο όρμο του Αγίου Χαραλάμπους. Έχει πάρει το όνομά του από την εκκλησία Άγιος Χαράλαμπος στην βόρεια μύτη του όρμου. Είναι ο προστάτης άγιος της Πλάκας και στη γιορτή του στις 22 Αυγούστου γίνεται μεγάλο πανηγύρι.

Από τη μια και την άλλη πλευρά της εκκλησίας απλώνεται μια μεγάλη παραλία. Σε μισό χιλιόμετρο απόσταση είναι τα Ρουσσούνια. Μια τοποθεσία όπου από έναν βράχο αναβλύζει ιαματικό νερό. Στην παραλία με τα βότσαλα σκαλιά οδηγούν σε ένα εικονοστάσι. Λένε ότι αν κάνουμε μια ευχή, βάλουμε ένα πλατύ βότσαλο στο κεφάλι και ανεβούμε τα σκαλιά ώς εκεί χωρίς να πέσει, η ευχή θα γίνει πραγματικότητα. Δεν θα σας αποκαλύψουμε ποια ευχή κάναμε, αλλά σας συμβουλεύουμε να διαλέξετε όσο πιο πλατύ βότσαλο γίνεται.
Στον όρμο υπάρχουν διαδοχικοί ορμίσκοι, καθένας με τη δική του παραλία, μέχρι τη χερσόνησο που τον κλείνει δυτικά. Στη νοτιοδυτική γωνιά, στην τοποθεσία Αξία ή Αξά, έχουν εντοπιστεί ίχνη προϊστορικής εγκατάστασης.

Από την άλλη πλευρά της χερσονήσου, τη δυτική, μας περιμένει μια ακόμη έκπληξη σε ένα τοπίο που όλο το νομίζεις έρημο και όλο εμφανίζει ομορφιές. Σε ένα μικρό όρμο κρύβεται ένα γραφικό λιμανάκι, αγκυροβόλιο για μικρά σκάφη. Μια ωραία παραλία απλώνεται νότια. Πάνω από το λιμανάκι ένα εκκλησάκι συμπληρώνει το τοπίο. Είναι το εκκλησάκι του Σωτήρα, που δίνει το όνομά του στο ακρωτήριο της χερσονήσου. Κάθε χρόνο στις 6 Αυγούστου γίνεται εδώ πανηγύρι.

Τρεις λίμνες και ένας όρμος

Ανατολικά από τον κεντρικό δρόμο στην ευρύτερη περιοχή του οικισμού Κοντοπούλι απλώνεται μία από τις ωραιότερες περιοχές της Λήμνου, που αποτελεί ταυτόχρονα ένα φυσικό οικοσύστημα εξαιρετικής σημασίας για την πτερωτή πανίδα. Είναι, όμως, και μια περιοχή που προσφέρει ιδιαίτερες δυνατότητες για θαλάσσια αναψυχή στην ανατολική ακτή του νησιού.

Alyki

Το φυσικό οικοσύστημα αποτελείται από τρεις λίμνες. Την Αλυκή βόρεια, που είναι η μεγαλύτερη, την Ασπρόλιμνη νότια, που είναι η μικρότερη, και τη Χορταρόλιμνη ακόμη πιο νότια. Δίπλα από την Αλυκή και την Ασπρόλιμνη εκτείνεται μια απέραντη παραλία και δίπλα από τη Χορταρόλιμνη σχηματίζεται ένας καταπληκτικός όρμος, ο όρμος Κέρος, παράδεισος για όσους αγαπούν το κάμπινγκ και τα θαλάσσια σπορ.
Η περιοχή που περικλείεται από το ακρωτήριο Κέρος, τον οικισμό Ρουσσοπούλι και τον οικισμό Ρωμανού δυτικά και τον κεντρικό δρόμο μέχρι το ακρωτήριο Πλάκα στο βορειοανατολικο άκρο της Λήμνου είναι προστατευόμενη, ενταγμένη στο δίκτυο NATURA 2000.

Στις τρεις λίμνες διαχειμάζουν 4.000 είδη πουλιών. Ανάμεσά τους φλαμίνγκο, ερωδιοί, χαλκόκοτες, αλκυόνες, πελεκάνοι, καστανόπαπιες, κιρκινέζια και άλλα γνωστά και λιγότερο γνωστά. Ανάλογα με την εποχή μπορούμε να δοκιμάσουμε τις γνώσεις μας στα παρατηρητήρια για τους φίλους του bird watching.

Στην Αλυκή μπορούμε να πάμε από πολλές διακλαδώσεις του κεντρικού δρόμου. Η δυτική πλευρά της, άλλωστε, είναι δίπλα στο δρόμο. Έχει έκταση 6.300 στρέμματα και συγκοινωνεί με ένα μικρό κανάλι με τη θάλασσα. Είναι ο σπουδαιότερος υγροβιότοπος της Λήμνου. Όπως λέει το όνομά της τα καλοκαίρια γίνεται άσπρη από το αλάτι. Νότιά της βρίσκεται η μικρή Ασπρόλιμνη, κοντά στη χερσόνησο που κλείνει από τον βορρά τον όρμο Κέρος. Έχει έκταση 500 στρέμματα και συνεισφέρει κι αυτή στην προστασία των πουλιών που αναζητούν καταφύγιο.

Στο Χορταρόλιμνη πηγαίνουμε από τον οικισμό Καλλιόπη, πολύ κοντά στο Κοντοπούλι, ή από τον μικρό οικισμό Κώμη, νοτιότερα στον κεντρικό δρόμο. Σε κείμενα του 18ου και του 19ου αιώνα ονομάζεται λίμνη του Μύλου και λίμνη της Κώμης. Έχει έκταση 2.300 στρέμματα και είναι υφάλμυρη. Αποτελεί κι αυτή σημαντικό υγροβιότοπο και το καλοκαίρι συχνά ξεραίνεται.
Ανάμεσα στην Κώμη και τη Χορταρόλιμνη, στην βορειοδυτική γωνιά της λίμνης, έχουν εντοπιστεί ίχνη εγκατάστασης αγροτών από τα προϊστορικά και τα κλασικά χρόνια. Περιηγητές του 16ου και του 17ου αιώνα γράφουν ότι στην πεδιάδα γύρω από τη λίμνη βόσκουν αμέριμνα μικρόσωμα ξανθωπά αλογάκια. Η ράτσα έχει εκλείψει στη Λήμνο και επιβιώνει μόνο στη Σκύρο των Βόρειων Σποράδων.

Η Καλλιόπη, ένα χιλιόμετρο νοτιοανατολικά από το Κοντοπούλι, έχει ιδρυθεί γύρω στο 1200 σε άλλη θέση, πιο κοντά στη θάλασσα, στην περιοχή Αριόνες όπου βρίσκονται τα παλιά ερείπια. Η ίδρυσή της είναι μάλλον πρωτότυπη. Πρώτη κάτοικος είναι μια πλούσια γυναίκα που έχει αγρόκτημα στην περιοχή και ζει στην Ηφαιστία. Διώχνεται, όμως, καθώς λέγεται, από εκεί, επειδή έχει απρεπή συμπεριφορά. Το όνομά της είναι Καλλιόπη ή Καλλή. Την εποχή, πάντως, που ιδρύεται η Καλλιόπη, έχει αρχίσει να παρακμάζει η Ηφαιστία. Στον όρμο Κέρος τα μεσαιωνικά χρόνια υπάρχει σημαντικό λιμάνι.
Προστάτης του οικισμού είναι ο Άγιος Γεώργιος. Η εκκλησία του έχει χτιστεί το 1869 σε ρυθμό βασιλικής χωρίς τρούλο. Κατά την παράδοση κάθε χρόνο στη γιορτή του Αγίου Γεωργίου γίνονται ιπποδρομίες. Οι καβαλλάρηδες καλύπτουν μια διαδρομή τρία χιλιόμετρα μέχρι την είσοδο του χωριού και ο νικητής μπαίνει στην εκκλησία καβάλα στο άλογο για να ευχαριστήσει τον άγιο για την βοήθειά του στον αγώνα. Ακολουθεί πανηγύρι με παραδοσιακούς χορούς, φαγητό και κρασί.
Στην Καλλιόπη λειτουργεί από το 2001 στο κτίριο του δημοτικού σχολείου Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, όπου ενημερωνόμαστε για τα φυσικά οικοσυστήματα της περιoχής.

Keros

Καιρός να πάμε στον όρμο Κέρος στην ακτή ανατολικά από την Καλλιόπη και τη Χορταρόλιμνη. Η είσοδός του ορίζεται από τα ακρωτήρια Κέρος βόρεια και Καβαλλάρης νότια και έχει πάρει το όνομά του από το σχήμα του. Μοιάζει με κέρατο.
Μπροστά μας απλώνεται μια υπέροχη παραλία σε ημικύκλιο με αμμοθίνες και κρινάκια της θάλασσας. Στη νότια γωνιά της υπάρχει λιμανάκι για μικρά σκάφη. Είναι η περιοχή που προτιμούν περισσότερο όσοι αγαπούν το κάμπινγκ. Μπορούμε ελεύθερα να μείνουμε στο τροχόσπιτό μας ή να στήσουμε τη σκηνή μας. Ένα δασάκι στην παραλία προσφέρει το κατάλληλο περιβάλλον. Και επειδή ο όρμος έχει καλές σχέσεις με τον βοριά, είναι, επίσης, η περιοχή που προτιμούν οι λάτρεις του σέρφινγκ και των άλλων θαλάσσιων σπορ.

Εδώ λειτουργούν Surf Club. Καφέ μπαρ, διδασκαλία windsurfing, kitesurfing και άλλων θαλάσσιων σπορ και σχετικοί διαγωνισμοί. Στην αμμουδιά ομπρέλες με ψάθινο σκέπαστρο και ξαπλώστρες για όλους. Η παραλία είναι τόσο μεγάλη που μπορούμε να διαλέξουμε το μέρος και να στήσουμε τη δική μας ομπρέλα.

Keros

Άλμπουμ Φωτογραφιών

Περίπατος στη Μύρινα

Το ιερό των Καβειρίων

Οι Αμμοθίνες

Παραλίες για όλα τα γούστα

Ο καιρός τώρα